Γιάνης Κορδάτος: Ο «Θρήνος» της Αγιά – Σοφιάς και η «εθνική συνείδηση» των Ελλήνων (αναδημοσίευση)

Εισαγωγή

του πρότζεκτ21

Αν υπάρχει ένας σταθερός ιδεολογικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ελληνική εξωτερική πολιτική στην ανατολική μεσόγειο τα τελευταία χρόνια, αυτός είναι η περίφημη τουρκική προκλητικότητα, η λειτουργία της οποίας τις πιο πολλές φορές προορίζεται για εντελώς εσωτερική κατανάλωση. Τον περασμένο μήνα η ιδιαίτερη μορφή της υπήρξε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Τουρκίας να μετατρέψει το μουσείο της Αγιά Σοφιάς σε τζαμί. Αμέσως, σύσσωμος ο εγχώριος εθνικός κορμός ξεσπάθωσε για τα ιερά και όσια του έθνους. Είτε προσπαθώντας να εγγράψουν την Αγιά Σοφιά στην ελληνική ιστορία είτε εμφανιζόμενοι ως θεματοφύλακες της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, χριστιανορθόδοξοι και κοσμικοί, καθένας από το δικό του μετερίζι, αναπαρήγαγαν το πολυεπίπεδο αφήγημα των τουρκικών προκλήσεων. Μάλιστα, ο ντόρος που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους επιχειρήθηκε να προβληθεί ως «παγκόσμια κατακραυγή», ενώ στην πραγματικότητα οι όποιες αντιδράσεις διεθνώς, στην πλειοψηφία τους ήταν επιεικώς τυπικές. Χωρίς να θεωρούμε άνευ σημασίας την αξιολόγηση της συγκεκριμένης απόφασης του τουρκικού κράτους, τα μικρό αυτό σημείωμα αφορά στην κατάδειξη του ποιες θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες μιας σύγχρονης προλεταριακής κριτικής. Και στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άλλες από τη σαφή διάκριση των εργατικών συμφερόντων από το άρμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και την κατάδειξη των αντιφάσεων της εκάστοτε εθνικής αφήγησης. Αυτός είναι και ο λόγος που αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Γιάνη Κορδάτου «Ο “Θρήνος” της Αγίας Σοφίας και η “εθνική συνείδηση” των Ελλήνων».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένατο τεύχος του περιοδικού «Νέα Επιθεώρηση: Μηνιαία έκδοση μελέτης, κριτικής και τέχνης» τον Σεπτέμβρη του 1928 και επιχειρεί να τεκμηριώσει τη θέση ότι το δημοτικό τραγούδι του «Θρήνου της Αγιά Σοφιάς» είναι πολύ μεταγενέστερο της εποχής της Άλωσης όπου υποτίθεται ότι γράφτηκε και κάθε άλλο παρά δημοτικό είναι, καθώς η γλώσσα που χρησιμοποιεί, οι στίχοι του αλλά και το εθνικό αφήγημα που εμπερικλείει είναι ολότελα ξένα με τα δεδομένα της περιόδου. Ήδη, στο επόμενο τεύχος του περιοδικού ο Ε. Δημητρίου δημοσίευσε το κείμενο «ο θρήνος της Πόλης» ασκώντας κριτική στα επιχειρήματα του Κορδάτου παρότι συμμερίζεται τις προθέσεις του, για να απαντήσει εκ νέου ο Κορδάτος στο εντέκατο τεύχος με το κείμενο «ο θρήνος της Πόλης και η γένεσή του»[1] όπου ανταπαντά στις κριτικές θέσεις του Δημητρίου, εμμένοντας στα αρχικά του συμπεράσματα.

Έχει σημασία να τονίσουμε ότι παρότι έχουμε να κάνουμε με μια δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ διανοουμένων των 20’s σε σχετικό περιοδικό, η όλη συζήτηση κάθε άλλο παρά «φιλολογική» είναι. Στις αρχές αυτής της δεκαετίας έχουμε τη συντριβή των ελληνικών στρατευμάτων στην τουρκική ενδοχώρα, όπου σηματοδοτούν και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της συγκροτητικής ιδεολογίας του ελληνικού κράτους που αποτέλεσε το βασικό αφήγημα που συνόδευσε τον ελληνικό επεκτατισμό για περίπου έναν αιώνα. Η εμπειρία ενός πολέμου που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία (από τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο μέχρι την ήττα του μικρασιατικού μετώπου) ήταν καθοριστική για την πορεία του εργατικού κινήματος και του νεαρού τότε ΣΕΚΕ. Επίσης, την περίοδο 1925-1926 διεξήχθησαν οι δίκες για το Μακεδονικό κατά της ηγεσίας και στελεχών του ΚΚΕ λόγω της υιοθέτησης της γραμμής της Γ’ Διεθνούς για αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Θράκης. Η αντιπαράθεση, λοιπόν, με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία δεν ήταν κάποιο αφηρημένο θεωρητικό ζήτημα, αλλά είχε μείζονα υλικά διακυβεύματα για την εργατική τάξη.

 Ο Κορδάτος, παρότι ήταν ήδη εκτός κόμματος από το 1927 λόγω της διαφωνίας του με τη γραμμή για το Μακεδονικό, παρέμεινε σταθερά συνεπής στην κριτική της εθνικής ιδεολογίας. Όντας μέλος της κεντρικής επιτροπής και γενικός γραμματέας του ΣΕΚΕ, ξεκινάει το 1922 το γράψιμο της «Κοινωνικής σημασίας της ελληνικής επανάστασης του 1821», έργο το οποίο εκδίδεται το 1924 προκαλώντας πάταγο: μαθητές γυμνασίων αποβάλλονταν ή τιμωρούνταν αν διάβαζαν το βιβλίο, απαγορεύτηκε από τη δικτατορία του Πάγκαλου, ενώ η Ιερά Σύνοδος έφτασε ένα βήμα πριν τον αφορισμό του αλλά προτίμησε να αναθέσει στον θεολόγο Π. Ν. Τρεμπέλα να συντάξει μια απαντητική μελέτη όπου θα «αποδείξει πως η θεωρία του ιστορικού υλισμού και ο μαρξισμός είναι “έωλα κατασκευάσματα”»[2]. Η σημασία του βιβλίου είναι πολύ μεγάλη καθώς είναι από τις πρώτες φορές[3] που εμφανίζεται στην Ελλάδα ένα κείμενο, και μάλιστα ιστορικό, που επιχειρεί να εφαρμόσει τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Το αν αυτό έγινε πετυχημένα είναι σίγουρα ένα ζήτημα, καθώς πολλές φορές φαίνεται να εφαρμόζει έτοιμα θεωρητικά σχήματα πάνω στην εκάστοτε ιστορική περίοδο. Παρότι το ψάξιμο σε αρχεία και ιστορικές πηγές ήταν αρκετά πρωτοποριακό για την εποχή του, ο Κορδάτος οδηγήθηκε από το «ιστορικό βάθεμα στο χρονικό άπλωμα»[4], με ό,τι συνέπειες έχει αυτό για την εγκυρότητα των συμπερασμάτων του.

Παρόλα αυτά η σημασία του έργου του είναι τεράστια, καθώς για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε το Παπαρρηγοπούλειο αφήγημα της «τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνισμού», μια αντίληψη πλειοψηφική μέχρι σήμερα. Και παρά τις μετατοπίσεις του ίδιου σε ζητήματα όπως ο χαρακτήρας του ελληνικού κράτους ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’20[5], η κριτική του έθνους ως ιστορική – κοινωνική κατασκευή της νεωτερικότητας είναι κάτι που εμφανίζεται σταθερά μέσα στο έργο του.

*Οι υποσημειώσεις (6-10) στο άρθρο του Γιάνη Κορδάτου μεταφέρθηκαν αυτούσιες από το πρωτότυπο.

Ο «Θρήνος» της Αγιά – Σοφιάς και η «εθνική συνείδηση» των Ελλήνων

Είναι φως φανερό ότι την νεοελληνική την ιστορία οι επίσημοι και ανεπίσημοι «ιστορικοί» της κυρίαρχης τάξης, από πολλά τώρα χρόνια προσπαθούν να την πλαστογραφήσουν. Ο Παπαρρηγόπουλος γράφει την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Ο «μεγάλος» ιστορικός κάνοντας εθνική προπαγάνδα ξεχνάει πως στην αρχαία εποχή δεν υπήρχε «έθνος» ούτε ελληνικό, ούτε ρωμαϊκό, ούτε φοινικικό, ούτε κανένα άλλο. Τότες, στα χρόνια εκείνα υπήρχανε φυλές. Το «έθνος» είναι, ας το πούμε έτσι, προϊόν της νεότερης ιστορικής εξέλιξης. Γεννήθηκε μαζί με τον αστισμό. Το τονίσαμε κι αλλού (στην Εισαγωγή της «Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας» μας) πως όταν λέγαν οι αρχαίοι έθνος δεν εννοούσαν αυτό που εννοούμε εμείς σήμερα. Γι’ αυτό λέγανε «έθνος μελισσών, μυγών, ορνίθων» και τα τέτοια. Δηλαδή εννοούσανε με την λέξη έθνος το μπουλούκι, το κοπάδι. Αυτό όμως που λέμε σήμερα έθνος είναι μετάφραση του γαλλικού nation[6].

Ας είναι. Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Η επίσημη ιστορική επιστήμη έχει συμφέρον να πλαστογραφεί την νεοελληνική ιστορία. Πρέπει να αποκοιμάται, να αφιονίζονται οι μάζες. Η ιστορική επιστήμη, όπως κι όλες οι πνευματικές επιστήμες πρέπει να υπηρετούν τους σκοπούς της κυρίαρχης τάξης. Αυτό που γίνεται παντού, γίνεται και σε μας. Γι’ αυτό αυτοί (οι επίσημοι κι ανεπίσημοι ιστορικοί) τη δουλειά τους, κι εμείς τη δική μας.

*

Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν γράψαμε την Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία (κοίτα σελ. 22 -23 υποσημ.) σταματήσαμε στο Θρήνο της Πόλης. Δεν τον ξαναντιγράφουμε εδώ γιατί, ποιος λίγο ποιος πολύ, από το σχολείο το θυμόμαστε, ή καλύτερο θα θυμόμαστε το στίχο που λέει για την «Αγιά Σοφιά που χε τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος» ή πάλι τον τελευταίο στίχο,  που όλοι οι νεοέλληνες «ρήτορες» της 25 του Μάρτη τόνε βροντοφωνάζουνε σα μοτίβο στους δεκάρικους προπολεμικούς λόγους τους, που λέει πως: «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι». Σταμάτησα λοιπόν στο τραγούδι αυτό που είναι γνωστό με όνομα ο Θρήνος της Αγιά Σοφιάς γιατί έχει πολύ σημασία η χρονική καταγωγή του. Μας κατατοπίζει σε πολλά ζητήματα. Αν είναι πολύ παλιό, αν γράφτηκε ή φτιάχτηκε στο τέλος του 15ου αιώνα, ως ένα σημείο δείχνει πως από τότες υπήρχε «εθνική συνείδηση» στους ρωμιούς. Ας το εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα με το φακό της ιστορικής πραγματικότητας.

Η ιστορική παράδοση ή καλύτερα η πανεπιστημιακή και η άλλη μισοεπίσημη ιστορική διδασκαλία, τοποθετούν το Θρήνο στα πρώτα χρόνια της Άλωσης. Ο Ν. Πολίτης μάλιστα (στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού» εκδ. β’ Αθην. 1925) γράφει πως «ο Θρήνος συνετάχθη ευθύς μετά την άλωσιν». Αυτή είναι και η γνώμη που επικρατούσε ως το 1925. Η γνώμη αυτή για πρώτη φορά καταπολεμήθηκε από μένα στην Εισαγωγή της «Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας» μου. Τα επιχειρήματά μου δεν μπόρεσε κανένας να τα κλονίσει από τους κριτικούς μου. Ένας κάποιος Απ. Δασκαλάκης που έγραψε κιόλας ένα ολόκληρο βιβλίο για ν’ αναιρέσει τον Κορδάτο με την ιδέα να τσιμπολογήσει το βραβείο της περίφημης Ακαδημίας των Αθηνών, γράφει ό,τι του κατέβει. Άρες μάρες κουταμάρες, όπως όλοι δα οι κριτικοί μου.

Ας ξαναθυμίσω στον αναγνώστη μου τι έγραφα στην Εισαγωγή του βιβλίου μου που αναφέρω παραπάνω.

“Για μένα ο Θρήνος δεν συντάχθηκε ευθύς αμέσως μετά την Άλωσιν» μα στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να που στηρίζω την τέτοια γνώση μου. Πρώτα η γλωσσική μορφή του μαρτυράει πως φτιάχτηκε ή γράφτηκε τον 18ο ή 19ο αιώνα. Η γλώσσα (και η ομιλούμενη) του 15ου αιώνα δεν είναι η καθαρή δημοτική του Θρήνου. Δεύτερο κανένας αρθρογράφος δεν το αναφέρει. Τρίτο ο στίχος «μον’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά ναρτούνε τρία καράβια» αν γραφότανε τον 15ο αιώνα και ευθύς μετά την Άλωσιν δεν θα γραφότανε έτσι γιατί ο πολύς Λαός μισούσε τους Φράγκους από θρησκευτικές αιτίες (σχίσμα) και από πολιτικές (σταυροφορίες). Άρα ο ποιητής του κι αν είτανε από το φιλολατινικό κόμμα του Βησσαρίωνα πάλι δεν θα έβαζε τον στίχο αυτόνε έτσι κι αν τον έφτιανε πάλι ο λαός από το μίσος του στους Φράγκους δεν θα έκανε λαϊκό το τραγούδι αυτό κι έτσι γρήγορα θα ξεχνιότανε. Τέταρτο ο στίχος «γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» δείχνει πως ο θρήνος φτιάχτηκε αργότερα. Δηλαδή ύστερα από τον 16ο αιώνα που μια μερίδα του ανώτερου Κλήρου προπαγάνδιζε την ίδια Ιδέα. Σαν τον περίφημο πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμο που έγραψε ολόκληρο βιβλίο (παραίνεση) στο οποίο λέει πως ο Θεός τιμώρησε του Γραικούς κι έστειλε τους Οθωμανούς. Πέμπτο ο ίδιος στίχος που προαναφέραμε για τη Φραγκιά δείχνει ακόμα πως φτιάχτηκε όταν οι Έλληνες έμποροι στην Ευρώπη άρχιζαν να σκέπτονται μια εθνική εξέγερση με τη βοήθεια του Φράγκου…

Υποψιάζομαι ακόμη μην τυχόν ο Θρήνος είναι δημιούργημα μετεπαναστατικό, φτιάχτηκε δηλαδή στο Εικοσιένα ή και πιο ύστερα. Αυτή μου την υποψία την ενισχύει η γλωσσική του η μορφή και το γεγονός πως σε καμιά προκήρυξη των αγωνιστών και αρχηγών του 21 δεν αναφέρεται, ενώ αν ήταν γεγονός, αν ήταν λαϊκός θα έπρεπε να είναι το μοτίβο των εθνικών προκηρύξεων για την επιβλητική του δύναμη που θα ασκούσε στις λαϊκές μάζες. Κι έχουμε κιόλας παράδειγμα πως τραγούδια (σύγχρονα όπως το: Μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω)[7] πέρασαν για δημοτικά και για τέτοια μπήκανε στις συλλογές του Φοριέλ, Πάσσοβ, Ζαμπέλιου κ. αλ. Αν δε ο Ν. Πολίτης δεν το έπαιρνε μυρωδιά θα περνούσανε και σήμερα ακόμα για γνήσια δημοτικά.

Στα παραπάνω επιχειρήματα θα μπορούσα συμπληρωματικά να προσθέσω και τούτα:

Ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) ούτε κι αυτός κάνει λόγο πουθενά για το Θρήνο. Μα και ο Παπαρρηγόπουλος που στην ιστορία του (Ε’ τόμος) αντιγράφει πολλά δημοτικά τραγούδια για να δείξει το προεπαναστατικό «εθνικό αίσθημα» κι ακόμα και το «μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω» δεν κάνει καθόλου λόγο για το Θρήνο κι ούτε τον αναφέρει πουθενά. Μόνο αντιγράφει πολλούς στίχους από το Χρονικό της Ρόδου γραμμένο από τον ποιητή Γεωργιλά[8] χωρίς να λέει ούτε λέξη για το Θρήνο της Αγιάς Σοφιάς και το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι». Η σιωπή αυτή του Παπαρρηγόπουλου σαν κάτι να μαρτυράει. Είναι ύποπτη όπως θα λέγαμε σήμερα.

Κι ο Φοριέλ ακόμα στη συλλογή του (“Chants populaires de la Grece modern” τομ. Α’ –Β’ εκδ. 1824 – 1985) στη σελίδα 337 (Β’ τόμου) γράφει με κάποια επιφύλαξη για τη χρονική καταγωγή του Θρήνου: «Μα, λέει, (το τραγούδι αυτό) κι απ’ άλλη άποψη έχει ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα  για την αρχαιότητά του. Γιατί αν και στη σημερινή του μορφή δεν φτάνει ως τα χρόνια της Άλωσης της Πόλης (σημ. υπογρ. Κορ.) ωστόσο υπάρχουν μέσα σ ’αυτό στοιχεία που να μας πείθουν πως είναι μίμηση, ηχώ, για να πούμε έτσι, κάποιου από τα λαϊκά τραγούδια…». Βλέπουμε πως κι ο Φοριέλ διστάζει να παραδεχτεί πως είναι ατόφιο από τα χρόνια της Άλωσης.

Μα εκείνο που μας κάνει περισσότερο να επιμένουμε στα παραπάνω επιχειρήματά μας είναι οι πολλές του παραλλαγές. Η συλλογή του Φοριέλ αρχίζει:

Πήραν την πόλιν, πήραν την! Πήραν την Σαλονίκην!

Πώς ήταν όμως δυνατόν αν το τραγούδι αυτό ήταν παλιό, γραμμένο από άγνωστο ποιητή «ευθύς μετά την Άλωσιν» να αναφέρει το πάρσιμο της Πόλης σα σύγχρονο γεγονός με το πάρσιμο της Σαλονίκης; Έπειτα ο στίχος:

«Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι»

Είναι δυνατόν να είναι παλιός, δηλαδή να έχει σχέση με το μεγάλο ιστορικό γεγονός της Άλωσης, αφού η Αγιά Σοφιά δεν ήταν μοναστήρι μα σα να πούμε η «Μητρόπολη της Ορθοδοξίας»! Ο λαϊκός ποιητής που θα ζούσε στα μέσα του 15ου αιώνα ποτέ του δεν θα έκανε τέτοια σύγχυση. Μα και ο τελευταίος στίχος:

Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θαναι!

Οι άλλες συλλογές είναι διαφορετικές:

Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά σας είναι! Ή Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά σου είναι. Δηλαδή στην πρώτη παραλλαγή το «δικά μας θαναι» σημαίνει πως η Αγιά Σοφιά κλπ θα ξαναγίνουν ελληνικά. Στη δεύτερη επάνω κάτι το ίδιο νόημα βγαίνει. Στην τρίτη το «δικά σου είναι» εννοεί ότι θα γίνει η Αγιά Σοφιά χριστιανική.

Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι παραλλαγές. Υπάρχουν κι άλλες. Η παραλλαγή της Τραπεζούντας (κι εδώ πάλι σημειώνουμε πως υπάρχουνε δύο σπουδαίες παραλλαγές) μας παρουσιάζει ένα θρήνο αλλιώτικο. Μα εκείνο που κάνει εντύπωση από το θρήνο αυτόν είναι η γλωσσική του μορφή. Η γλώσσα του είναι παραφθαρμένη ελληνική, και το σπουδαιότερο, έχει πολλές ξένες λέξεις: πορτάρους, δίκλοπους κι ακόμα και τουρκικές: αφέντην, σερασκέρ = αντιστράτηγο ή εκείνος είχε μενχεμέν ρωμαίους αφεντάδες = εκείνος (ο Βασιλέας) είχε κριτές ρωμαίους προύχοντες.

Οι ξένες αυτές λέξεις και μάλιστα οι τούρκικες δε δείχνουν πως ο Θρήνος της Τραπεζούντος φτιάχτηκε πολύ αργότερα, όταν πέρασαν χρόνια πολλά, ύστερα από δύο τρεις αιώνες ίσως, όταν δηλαδή η τουρκική γλώσσα άρχισε να επηρεάζει την ελληνική. Βέβαια, το πάρσιμο της πόλης από τους Τούρκους δεν λέμε πως δεν έκανε εντύπωση στους χριστιανούς. Κάθε άλλο. Έχουμε κιόλας ένα θρήνο[9] παλιό (από ανέκδοτα χειρόγραφα του 15ου αιώνα που τα δημοσίευσε ο Λεγκράν στο 1875 εκδ. Maisoneusse et Cie, Paris) που και στη γλώσσα και στο νόημά του μας δίνει ζωντανή τη θλίψη του άγνωστου ποιητή από το πάρσιμο της Πόλης.

Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα της «εθνικής συνείδησης». Κάνουμε το χατίρι στους σοφολογιότατους ιστορικούς μας και παραδεχόμαστε πως ο θρήνος για το πάρσιμο της Πόλης φτιάχτηκε «ευθύς μετά την άλωσιν». Μπορούμε τώρα από το περιεχόμενό του να βγάλουμε το συμπέρασμα πως ο θρήνος αυτός μαρτυράει την «υπάρχουσα εθνική συνείδηση»; Κι από την άποψη αυτή η κριτική του ανάλυση δε μας δίνει κανένα τέτοιο επιχείρημα. Το τραγούδι αυτό, όσο παλιό κι αν το πάρουμε, δεν μαρτυράει καμιά «εθνική συνείδηση». Είναι μια κλάψα, ένα μοιρολόι παπαδίστικο. Δεν δείχνει την «εθνική» αντίθεση ανάμεσα τούρκων και ρωμιών μα τη «θρησκευτική». Όσο δε κι αν παραδεχτούμε πως η θρησκεία στα χρόνια της τουρκοκρατίας σκέπαζε και τον εθνικισμό, στην περίπτωση αυτή είναι τόσο φτιαχτό το περιεχόμενο του θρήνου ώστε να μη μας δίνει καμιά τέτοια σχετική εξήγηση. Το μόνο που βγαίνει από το διάβασμά του είναι η τάση να συμφιλιωθούμε θρησκευτικά με τους Φράγκους, τάση που δεν αντικαθρεπτίζει τις πολιτικές ζυμώσεις που γίνονταν στα χρόνια του Βησσαρίωνα για μια συνεννόηση με τους Φράγκους (Πάπα)[10] μα τις πολιτικές βλέψεις της προεπαναστατικής εποχής, όντας είχε πια εκφυλιστεί το θρησκευτικό μίσος ενάντια στους Φράγκους και οι Έλληνες περίμεναν βοήθεια από τη Δύση και κυρίως από τη Γαλλική Δημοκρατία. Έπειτα, το αποδείξαμε αλλού (κοίτα πρώτο κεφάλαιο το βιβλίο μας «Η κοινωνική σημασία της Ελλην. Επανάστασης») πως στα χρόνια που η Πόλη πάρθηκε από τους Τούρκους, οι λαϊκές μάζες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περίμεναν για σωτήρα τους τον Τούρκο καταχτητή.

Ήταν λοιπόν δυνατό στα χρόνια εκείνα να υπάρχει μια αντίθετη «εθνική συνείδηση» αφού πρώτα από όλα έλειπε η βάση της, το «έθνος»; Ή μήπως το Βυζαντινό κράτος ήταν «έθνος», με τη σύγχρονη σημασία της λέξης αυτής, Έλληνικό;

Γι’ αυτό το ζήτημα ίσως σ’ άλλο μας σημείωμα μιλήσουμε.

Ο Γιάνης Κορδάτος (1891-1961)

[1] Και τα τρία κείμενα μπορούν να βρεθούν στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του ΑΣΚΙ: http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=7909 , http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=7959 , http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=8015

[2] Κορδάτος Γιάννης, Η κοινωνικής σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821, 1974, Επικαιρότητα, σελ. 11.

[3] Πρώτη τέτοια προσπάθεια θεωρείται  «Το Κοινωνικό μας ζήτημα» του Γ. Σκληρού που εκδόθηκε το 1907.

[4] Κορδάτος Γιάννης ό.π. σελ. 14.

[5] Για πιο πολλά σχετικά με τη θεωρητική μετατόπιση του Κορδάτου για τον αστικό ή μη χαρακτήρα του ελληνικού κράτους βλ. Γιάννης Μηλιός, O «σοβιετικός μαρξισμός» και οι Έλληνες στοχαστές, 2017, έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών, βλ. κεφάλαιο 3 (Α’ έκδοση 1996, Εναλλακτιές Εκδόσεις).

[6] Κοίτα ανάλυση του θέματος αυτού στην Εισαγωγή της Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας μας.

[7] Είναι παρμένο από τον Π. Λάμπρο. Κοίτα Ν. Πολίτη «Γνωστοί ποιητοί δημοτικών ασμάτων» (τομ. Α’) εκδόσεις Παρνασσού. Αθην. 1925.

[8] Το «Χρονικό» της Ρόδου πριν από λίγα χρόνια ακόμα θεωρούνταν ως πραγματικός Θρήνος και ως τέτοιο τον παίρνει και ο Παπαρρηγόπουλος.

[9] Με τον τίτλο «Το ανακάλημα της Κων/λεως».

[10] Στην εποχή της Άλωσης ήταν τόσο μεγάλο το ρεύμα ενάντια σε κάθε ιδέα συμφιλίωσης με τους Φράγκους (τον Πάπα) ώστε να γίνει πολιτικό δόγμα το γνωστό «κρειττότερόν ἐστιν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἢ καλύπτραν λατινικήν».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: