Ο κόμης με τα ψηλά ρεβέρ

Διαδρομές του Ιωάννη Καποδίστρια στην ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Traverso Antifa, τεύχος 2, Ιούνης 2020.

Ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831), η εμβληματική φυσιογνωμία του οποίου με το άσπρο χτενισμένο μαλλί και τα ψηλά λευκά ρεβέρ κοσμούσε επί δεκαετίες το ένδοξο εθνικό χαρτονόμισμα των 500 δραχμών, βρέθηκε για μερικές μέρες στις αρχές του Μάη στον αφρό της επικαιρότητας. Αφορμή στάθηκε μία ανάρτηση στο twitter ενός μέλους της «Επιτροπής Ελλάδα 2021», του Αριστείδη Χατζή, που «τόλμησε» να τον χαρακτηρίσει «δικτάτορα». Και επειδή, ως γνωστόν, η εθνική διανόηση ως πνευματική μπροστάρισσα της ελληνικής κοινωνίας εμφορείται από αδιαπραγμάτευτα δημοκρατικά αισθήματα, δεν άργησε να σηκωθεί ο συνήθης εκτυφλωτικός κουρνιαχτός της εθνικιστικής δημαγωγίας, ο οποίος για ακόμα μία φορά κινήθηκε γύρω από τις μετριοπαθείς επιφυλάξεις «ξεπουλάτε την ιστορία μας» και τα συναφή.

Μέσα στις 2000 λέξεις που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε κάτι δύσκολο: να μιλήσουμε για τον Ιωάννη Καποδίστρια κοιτώντας όχι τον ίδιο, αλλά την ιστορία κάποιων ενδεικτικών απόψεων που σχηματίστηκαν για αυτόν μέσα στα τελευταία 100 χρόνια στους κόλπους της ελληνικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας. Εισαγωγικά θα δούμε την άποψη που είχαν για τον κόμη με τα ψηλά ρεβέρ κάποιοι άνθρωποι της εποχής του, με άρτια εικόνα για την διεθνή κατάσταση, προσανατολισμένη στα συμφέροντα της ευρωπαϊκής προλεταριακής επανάστασης (Μαρξ και Ένγκελς). Στην συνέχεια θα δούμε πως έγινε αντιληπτός ο Ιωάννης Καποδίστριας από τρεις σημαντικούς εκπροσώπους της μαρξιστικής ιστοριογραφίας και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (Κορδάτος, Ζέβγος και Μάξιμος) και πως οι απόψεις τους αρθρώθηκαν με αυτές του Άρη Βελουχιώτη. Κατόπιν θα εντοπίσουμε τις μετατοπίσεις που ξεκίνησαν να εμφανίζονται από την δεκαετία του 1950 όλο και εντονότερα στην κυρίαρχη αντίληψη των Ελλήνων μαρξιστών διανοούμενων για τον Καποδίστρια, καθώς και την σχέση αυτών των μετατοπίσεων με την αλλαγή γραμμής στην πολιτική στρατηγική του ΚΚΕ (Στρίγκος, Βαλέτας, Λιγνάδης κ.ά). Τέλος, θα δούμε πως αποκρυσταλλώθηκε η εγχώρια μαρξίζουζα άποψη για τον Καποδίστρια μεταπολιτευτικά και αν υπάρχει, τελικά, κάτι που μπορούμε να μάθουμε απ’ όλα τα παραπάνω.

Ο «infamous» Καποδίστριας

Η γενική γνώμη των Marx και Engels για την «ελληνική επανάσταση» ήταν ότι η τελευταία αποτελούσε μία ακόμα πράξη στο θέατρο της ρωσσικής παρεμβατικότητας στα εσωτερικά ζητήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με απώτερο σκοπό την διάλυση αυτής και την εγκατάσταση ελεγχόμενων κρατικών ή ημικρατικών θυλάκων που θα προωθούσαν τα συμφέροντα του τσαρικού επεκτατισμού στα Βαλκάνια. Με τα λόγια του ίδιου του Engels «η επανάσταση θα ήταν αδύνατη δίχως την ρωσσική επιρροή και το ρωσσικό χρυσάφι». Αντίστοιχα η γνώμη του Marx, έτσι όπως εκφράστηκε μέσα από την συστηματική και ενδελεχή αρθρογραφία του στον Τύπο της εποχής και την αλληλογραφία του με τον Engels ήταν ότι με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, πρωταρχικά ωφελημένη βγήκε η Ρωσσία και ως ακαταμάχητο πειστήριο θεωρούσε την εκλογή του Καποδίστρια στην θέση του Κυβερνήτη. Έγραφε επ’ αυτού στον Engels στις 3-5-1854:

Θα με βόλευε πολύ αν έπαιρνα τώρα από εσένα κάμποσον ανεφοδιασμό για την Tribune, γιατί ασχολούμαι πολύ με αυτό το βάσανο, την ιστορία του νεοελληνικού κράτους και μαζί τον king Όθωνα, όμως θα μπορέσω να παρουσιάσω το αποτέλεσμα μόλις σε δύο βδομάδες, ίσως σε μια σειρά άρθρων. Ο Μεταξάς, που ήταν Έλληνας πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη και συνωμοτούσε εκεί, ήταν κύριο όργανο του infamous Καποδίστρια.[1]

                Στα μάτια των Marx και Engels, λοιπόν, ο τέως Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου είναι «κακόφημος» (infamous) και συνεχίζει να αποτελεί ένα μίσθαρνο όργανο της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής όταν αναλαμβανει χρέη Κυβερνήτη στο νεοσύστατο ελληνικό «κράτος». Αυτό έχει σημασία να τονιστεί διότι η ελληνική εθνική ιστοριογραφία[2] έχει καταφέρει να απογυμνώσει την διακυβέρνηση Καποδίστρια από το βαρύ φιλορωσσικό φορτίο που έφερε, ανακαλύπτοντας μια δήθεν «ρήξη» του ίδιου περί τα 1822 με την τότε εξωτερική πολιτική του Ρώσσου αυτοκράτορα. Υπ’ αυτή την έννοια, έχει επιτευχθεί το αδιανόητο: ο ερχομός του Καποδίστρια στην Ελλάδα κατόπιν πρόσκλησής του από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 έχει πλαισιωθεί  από τον «άδολο πατριωτισμό» του και μόνο, αποκόπτωντας ολότελα την ιστορική δράση του από την δύναμη που τον ανέθρεψε πολιτικά από το 1801 και την οποία υπηρέτησε με προσήλωση ήδη από τα πρώτα βήματα της διπλωματικής σταδιοδρομίας του στην βραχύβια Ιόνιο (Επτανήσο) Πολιτεία: την δεσποτική ρωσσική αυτοκρατορία.

                Ο «ανυπόληφτος» Καποδίστριας

                Η τύχη του ονόματός του στην ντόπια αριστερά έχει ενα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μετά τον Σκληρό, ο οποίος θεώρησε ότι ο Καποδίστριας προσπάθησε να καταστρέψει την φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση της επανάστασης[3], η πρώτη τεκμηριωμένη μαρξιστική άποψη που εισάγεται για αυτόν προέρχεται από τον Γιάννη Κορδάτο και την περίφημη «Κοινωνική σημασία της ελληνικής επανάστασης»[4], γραμμένη στην 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Εκεί ο Κορδάτος, επιχειρώντας να εφαρμόσει τα μαρξιστικά ιστοριογραφικά σχήματα (ασχέτως πόσο επιτυχημένα το έκανε), εννοήσε την ελληνική επανάσταση ως μια φιλελεύθερη μαζική εξέγερση υπό την ηγεσία της επαναστατικής εθνικής αστικής τάξης ενάντια στο παλιό καθεστώς. Υπ’ αυτήν την οπτική, ο Καποδίστριας δεν θα μπορούσε να ήταν τίποτα άλλο από έναν γνήσιο εκπρόσωπο του ανατολικού δεσποτισμού, του απολυταρχικού πνεύματος και της τσαρικής αντίδρασης. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Σεραφείμ Μάξιμος, ο οποίος υπερασπιζόμενος τον αστικό χαρακτήρα της επανάστασης, θεωρούσε ότι η Ρωσσία ήθελε «μιαν Ελλάδα μοναρχική και συγκεντρωτική, κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, και ο Καποδίστριας ήλθε για να επιβάλει αυτό ακριβώς το καθεστώς»[5].

                Κάθετη γνώμη για τον κερκυραίο κόμη δεν δίστασε να εκφράσει την ίδια περίοδο και ο Γιάννης Ζέβγος, μέσα από το εμβληματικό για την ιστορία της ελληνικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας έργο του «Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας». Έγραφε εκεί ενδεικτικά:

Ο ρόλος της αστικοτσιφλικάδικης διπλωματίας ήταν ολότελα επουσιώδης. Στάθηκε σημαντικός μόνο στο να βάλει τις βάσεις της οικονομικής υποδούλωσηςτης Ελλάδας και να την παραδώσει στον  τσαρικό υπάλληλο Καποδίστρια.[6]

Και λίγο παρακάτω:

Ο Καποδίστριας αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεια της ελληνικής ζωής τα περιφρονούσε, όπως μισούσε και τον ελληνικό λαό, τις επαναστατικές παραδόσεις, τους προοδευτικούς του θεσμούς. Ξεκομμένος από την πραγματικότητα, δούλευε σαν πράχτορας του Τσάρου και θαυμαστής του να κάνει την Ελλάδα πρωτοπόρο ρωσσικό Κυβερνείο στη Μεσόγειο. Ο Μαρξ τον αποκαλεί «ανυπόληφτο Καποδίστρια». Είναι αυτονόητο γιατί η ελληνική αντίδραση, ο μεταξικός φασισμός ζητούσαν να εξιδανικέψουν την αντιδραστική αντιλαϊκή διχτατορία του Καποδίστρια.[7]

Οι στιβαρές ιστορικές γνώμες της παραπάνω κομμουνιστικής τριανδρίας λειτούργησαν για αρκετά χρόνια ως θεμέλιο για τις κατοπινές θεωρητικές επεξεργασίες των μελών του κόμματος. Ενδεικτικά, κατα την εκφώνηση του περίφημου «Λόγου στην Λαμία» στις 22 Οκτώβρη 1944 ο Άρης Βελουχιώτης είπε:

Ο Γιάννης Καποδίστριας, που μας τον παρουσιάζουν στα σχολεία σαν μεγάλο και τρανό, με προτομές και πορτραίτα, είναι ο πρώτος καταστροφέας της Ελλάδας. Μα ό,τι έκανε, δεν το έκανε σαν Καποδίστριας, μα σαν εκπρόσωπος όλης της ελληνικής αντίδρασης.[8]

              Ο «κοινωνικός» Καποδίστριας

Οι πρώτες θεμελιώδεις μετατοπίσεις στον τρόπο με τον οποίο γινόταν αντιληπτή η φύση της επανάστασης του 1821 από το ΚΚΕ συντελέστηκαν στην 6η ευρεια Ολομέλεια του κόμματος τον Γενάρη του 1934[9] και αποκρυσταλώθηκαν αργότερα με το άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη με τίτλο «Ο Μαρξισμός-Λενινισμός στην Ελλάδα» που δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ το 1946. Εκεί εισήχθη μια πολύ ορισμένη αντίληψη για την ιστορική φύση του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου ως «καπιταλιστικού με έντονα φεουδαρχικά υπολείμματα» και εγκαταλείφθηκε η άποψη ότι το οικονομικό σύστημα της χώρας ήταν ένας «ολοκληρωμένος καπιταλισμός». Κατ’ επέκταση, εγκαταλείφθηκε και η πρώιμη κορδάτεια άποψη, ότι δηλαδή η ελληνική επανάσταση ήταν έργο της επαναστατικής αστικής τάξης. Στον αντίποδα υιοθετήθηκε η ιστορικίστική άποψη ότι η αστική τάξη της επανάστασης δεν κατάφερε να ανατρέψει συνολικά το παλιό καθεστώς, συμμάχησε με τους κοτζαμπάσηδες και οργάνωσε την νεότερη πολιτική εξουσία της χώρας, η οποία διατήρησε έναν χαρακτήρα «αστικοτσιφλικάδικο».

                Πάνω σε αυτή την μετατόπιση, η οποία είναι σαφές ότι δεν προήλθε από κάποιον οντολογικό αναστοχασμό για την ελληνική ιστορία, αλλά εξαρτήθηκε από την αναπροσαρμογή της πολιτικής στρατηγικής του κόμματος στον Μεσοπόλεμο, την πολιτική των «λαϊκών μετώπων» και την τυφλή υποταγή στις εντολές του ΚΚΣΕ, χτίστηκαν μια σειρά νέες, αναπροσαρμοσμένες αντιλήψεις του ΚΚΕ για την ελληνική ιστορία όπως π.χ. αυτές για τον Μακρυγιάννη, την «κλεφτουριά» κ.ά.[10] Κατ’ αντιστοιχίαν στην περίπτωση Καποδίστρια, άρχιζαν να εμφανίζονται νέες μελέτες που δεν στέκονταν στην αυταρχική διακυβέρνηση του κερκυραίου κόμη, αλλά υπερτόνιζαν (συχνά εφευρίσκοντας) τα στοιχεία της «κοινωνικής πολιτικής του, επιχειρώντας την αποκατάστασή του σε ένα ευρύτερο αριστερό ακροατήριο[11].

Έτσι ο Λεωνίδας Στρίγκος, σε μια μελέτη του 1953 που χρησίμευε ως βοήθημα σε σχολές πολιτικών προσφύγων που είχαν καταφύγει στις λαϊκές δημορατίες, έγραφε ότι «δεν αντέχει στην ιστορική αλήθεια ο ισχυρισμός πως ο Καποδίστριας ήταν Ρώσσος ανθύπατος»[12]. Ο Τάσος Λιγνάδης υποστήριζε ότι «ο Καποδίστριας στην προσπάθειά του να στηρίξει την πολιτική του απόπειρα για εθνική χειραφέτηση στις πλατιές αγροτικές μάζες συναντά την αντίδραση των δυτικών δυνάμεων», ο Βασίλης Φίλιας ήθελε να εντάξει τον «παρεξηγημένο μέγα ηγέτη του Ελληνισμού» στην παράδοση του Γιακωβινισμού, ενώ ο Δημήτρης Βαλέτας[13] και ο Τάσος Βουρνάς επιχείρησαν με τον τρόπο τους να μετριάσουν την αντιδραστική φύση της καποδιστριακής διακυβέρνησης και του ρωσσικού κόμματος, τονίζοντας τον «προδοτικό» ρόλο του αγγλικού κόμματος και ειδικά του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, κύριου πολιτικού αντιπάλου του κερκυραίου κόμη.

Η ίδια γραμμή άποψης συνεχίστηκε και μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών, τόσο στους κόλπους του «ορθόδοξου μαρξισμού» όσο και μέσα στους κύκλους της ανανεωτικής αριστεράς. Οι μεν «ορθόδοξοι», μέσω των επίσημων κομματικών οργάνων επιχείρησαν μια συστηματική θετική αποτίμηση του καποδιστριακού έργου[14] και του ρόλου της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής στην έκβαση της επανάστασης. Ενδεικτική αυτής της ιδεολογικής κίνησης είναι η διοργάνωση ενός Επιστημονικού Συμποσίου για την «Επανάσταση του Εικοσιένα» από το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών το 1981, όπου οι εθνικά χειραγωγημένες απόψεις σαν την παρακάτω του Γκρέγκορι Αρς, ενός σοβιετικού ιστορικού, υιοθετήθηκαν με θέρμη:

Ο Καποδίστριας δεν ήταν δημοκράτης, όμως δεν ήταν και ποτέ θαυμαστής του κρατικού και κοινωνικού συστήματος της μοναρχοδουλοκτητικής Ρωσσίας. Αν και οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί στην περίοδο της διακυβέρνησης του Καποδίστρια ουσιαστικά είχαν εκμηδενιστεί, παρέμεινε καταρχήν προσηλωμένος στην συνταγματική μοναρχία. {…} Οι πολιτικοί σκοποί της Ρωσίας και της Ελλάδας στο τελικό στάδιο της ελληνικής επανάστασης συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό.[15]

Στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, από την άλλη, μολονότι καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για απεγκλωβισμό από τα ιδεολογικά βαρίδια της σοβιετοφιλίας, το αποτέλεσμα ελάχιστα διαφοροποιήθηκε ως προς τις βασικές προκείμενες πρόσληψης της ελληνικής επανάστασης και του ρόλου του Καποδίστρια ειδικότερα. Με προεξάρχουσα την εφημερίδα «Αυγή», οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του ΚΚΕ εσωτ. δεν έπαυσαν να αναπαράγουν τις θεωρίες περί «ξενοκρατίας» και «λαϊκού χαρακτήρα της επανάστασης», με βασικό μέλημα την ιστορικίστικη οχύρωση ενός σύγχρονου αντιαγγλικού μετώπου για τις πολιτικές ανάγκες της ΕΔΑ. Όλα αυτά θα αλλάξουν βέβαια από την πτώση του τείχους και μετά, τόσο εξαιτίας της γενικότερης κρίσης ταυτότητας και πολιτικού προσανατολισμού της αριστεράς, όσο και εξαιτίας της εμφάνισης στο προσκήνιο νέων ιστορικών που αμφισβήτησαν τις παραδομένες απόψεις της μαρξιστικής ιστοριογραφίας για το 1821. Έκτοτε ο Ιωάννης Καποδίστριας έχει μείνει ξανά «ορφανός» από την αριστερά, οι δε υποψήφιοι «ανάδοχοί» του επιμένουν να τηρούν μια μυστήρια σιγήν ιχθύος, ειδικά τώρα που το θέμα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα.

Συμπεράσματα                

Όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει επί τροχάδην από την παραπάνω πυκνή παρουσίαση είναι ότι η τύχη του Ιωάννη Καποδίστρια στην ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία είναι αμφιταλαντευόμενη μεταξύ απόρριψης, κριτικής υποδοχής και ένθερμης υποστήριξης. Ενώ οι γνώμες της πρώτης γενιάς των κομμουνιστών του Μεσοπολέμου, σχηματίστηκαν μέσω της απόπειρας εφαρμογής της μαρξικών ιστοριογραφικών σχημάτων, η βαθμιαία μετατόπιση που άρχισε να συντελείται από την δεκαετία του 1940 και μετά δεν υπάκουε σε κάποια αναθεωρημένη ιστορική μέθοδο, αλλά υποκινούνταν από την αλλαγή πλεύσης της κομμουνιστικής στρατηγικής μεταπολεμικά και την ανάγκη για μια αναδρομική ιστορική πλαισίωση με «ιστορικά παραδείγματα» της πολιτικής αναγκαιότητας της νέας στρατηγικής.

Υποσημειώσεις

[1] Ο Marx στον Engels, 3-5-1984, Παρατίθεται στο Παναγιώτης Κονδύλης (επιμ.), Karl Marx – Friedrich Engels, Η Ελλάδα, Η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Γνώση, Αθήνα 1985, σελ. 353. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο γραπτός λόγος του Μαρξ όταν απευθύνεται στον στενό συνεργάτη του, Engels. Πολύγλωσσος και ευρυμαθής ο ίδιος, χρησιμοποιεί συχνότερα την γερμανική γλώσσα στην μεταξύ τους αλληλογραφία, την οποία εμπλουτίζει με διάφορες λέξεις στα αγγλικά ή στα γαλλικά, όπως π.χ. εδώ με τις λέξεις «king» και «infamous».

[2] Ενδεικτικά βλ. Γρηγόριος Δαφνής, Ιωάννης Α. Καποδίστριας: η γένεση του ελληνικού κράτους, Ίκαρος 1976, σελ. 416-420. Επίσης Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων, Γαλαξίας 1970.

[3] Γ. Σκληρός, Το κοινωνικό μας ζήτημα, Εκδόσεις Διεθνούς Επικαιρότητας, Αθήνα 1971.

[4] Αναφερόμαστε στην πρώτη έκδοση του βιβλίου, η οποία έγινε το 1924, προτού υποστεί τις κρίσιμες αλλαγές από τον ίδιο τον συγγραφέα της και κυκλοφορήσει εκ νέου, ουσιαστικά αναθεωρημένη το 1946 με την μορφή που κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Για περισσότερα βλ. Γιάννης Μηλιός, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1996.

[5] Σεραφείμ Μάξιμος, Ο Καποδίστριας και η Ελληνική Επανάσταση, περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τευχ. 23-24 (Δεκέμβριος 1956), σελ. 458-461.

[6] Γιάννης Ζεύγος, Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας (μέρος πρώτο), Διόνυσος, Αθήνα 1945, σελ. 84

[7] Γιάννης Ζεύγος, ό.π., σελ. 91

[8] Διαθέσιμο ελεύθερα στο marxists.org

[9] Αναλυτικότερα βλ. Γιάννης Μηλιός, ό.π. και Γιώργος Μπουμπούς, Μαρξιστικές αναγνώσεις του εικοσιένα: από τον Σκληρό στον Κορδάτο (1919-1924), περ. Δοκιμές (τευχ. 1) 1994, σελ. 116-132.

[10] Βλ. για παράδειγμα Σταύρος Παναγιωτίδης, Ο στρατηγός Μακρυγιάννης και η ελληνική Αριστερά: μια περίπτωση συμβολικής αναδρομικής οικειοποίησης, στον συλλογικό τόμο «Οι αναγνώσεις του 1821 και η Αριστερά», Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, ειδικό ένθετο στην εφημερίδα «Αυγή».

[11] Αναλυτικότερα βλ. Χρήστος Λούκος, Ο «κοινωνικός Καποδίστριας»: η αποκατάστασή του στις αριστερές συνειδήσεις, στον συλλογικό τόμο «Οι αναγνώσεις του 1821 και η Αριστερά», ό.π., σελ. 83-95.

[12] Λεωνίδας Στρίγκος, Η επανάσταση του 1821, Θεμέλιο, Αθήνα 1966, σελ. 250.

[13] Γ. Βαλέτας, Το προδωμένο εικοσιένα, Φιλιππότη, Αθήνα 1979, σελ. 37 επ.

[14] Βλ. ενδεικτικά Δ. Λουλές, Η δολοφονία του Ι. Καποδίστρια και η Ρωσία, περ. Μνήμων τευχ. 10, 1985, σελ. 77-95. Επίσης Γκρίγκορι Αρς, Ο πρώτος κυβερνήτης, εφημ. «Ριζοσπάστης» (14-11-1976).

[15] Γκρέγκορι Αρς, Ο ρόλος του Καποδίστρια στην Ελλάδα, στον συλλογικό τόμο Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, Η επανάσταση του Εικοσιένα: επιστημονιικό Συμπόσιο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981, σελ. 291.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε
Αρέσει σε %d bloggers: