ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

12 Ιούνη 2021, 18:00, Σ.Θ.Ε. (Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη

Με την πολιτική υποστήριξη της αντιφασιστικής συνέλευσης antifa selanik και του περιοδικού traverso antifa

Η επανάσταση του 1821 δίχως το «λαϊκό στοιχείο»

Δημοσιεύτη στο περ. «Traverso Antifa», τεύχ. 5, Μάης 2021.

Η μέχρι στιγμής ενθαρρυντική ανταπόκριση στην κυκλοφορία του τόμου για το 1821, η οποία αποτέλεσε το συλλογικό συγγραφικό προϊόν μιας μακρόχρονης ερευνητικής και αυτομορφωτικής διαδικασίας που παρακολούθησε το περιοδικό «Traverso» από τα πρώτα του βήματα, αποτελεί το ιδανικό επιστέγασμα της πορείας του πολιτικού εγχειρήματος γνώσης και έρευνας «πρότζεκτ21», το οποίο οσονούπω θα κλείσει τον κύκλο του, αφότου ανταποκριθεί στο μέτρο των δυνατοτήτων του στις προσκλήσεις συντρόφων/ισσών εντός και εκτός Αθηνών για εκδηλώσεις με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση.

Στην γλώσσα της ιστορίας, όμως, συμβαίνει ό,τι και στον δίσκο της σερβιτόρας: τίποτα δεν πρέπει να πέφτει κάτω! Η λέξη «επανάσταση» που συνοδεύει το 1821 σε όποια εκδοχή μπορεί κανείς/καμία να συναντήσει, είτε εθνικιστικής, είτε φιλελεύθερης, είτε ακόμα και αντιεθνικιστικής προέλευσης, είναι μια λέξη που δύσκολα πέφτει κάτω δίχως να προκαλέσει έναν κάποιο «θόρυβο». Είναι αναμενόμενο λοιπόν η νοηματοδότηση του Εικοσιένα ως «επανάστασης» να γεννά διάφορα εύλογα ερωτήματα, του είδους που συναντήσαμε κι εμείς πριν αλλά και μετά την παρουσίαση του τόμου σε περιορισμένο κύκλο καλεσμένων το Σάββατο 27 Μαρτίου 2021.

Ο συλλογισμός των ερωτημάτων αυτών είναι σχετικά απλός: εφόσον το 1821 ήταν ένα επαναστατικό γεγονός με την έννοια ότι ανέτρεψε μέσω της εκπόνησης ενός επαναστατικού σχεδίου και με την χρήση της ένοπλης βίας ενός επαναστατικού στρατού την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων, κατεφέρνοντας τελικά ένα συνολικό πλήγμα στην μέχρι πρότινος διευθέτηση των ταξικών, κοινωνικών, πολιτειακών κ.λπ αντιθέσεων, ποια ήταν τα συλλογικά εκείνα υποκείμενα που ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν ιστορικά το έργο αυτό; Και, στην συνέχεια, εφόσον η Ελληνική Επανάσταση λέγεται ότι «επηρεάστηκε από τα προτάγματα του Διαφωτισμού και τον αντίκτυπο της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης», εφόσον «αποτέλεσε τον προπομπό μιας σειράς επαναστατικών γεγονότων στην υπόλοιπη Ευρώπη», εφόσον τέλος πάντων «σηματοδότησε το οριστικό τέλος της φεουδαρχίας και την εγκαθίδρυση ενός αστικοδημοκρατικού καθεστώτος»[1], με ποιον ακριβώς τρόπο εμφανίστηκε, αναπτύχθηκε και έδρασε ο περίφημος «λαϊκός παράγοντας», το συλλογικό υποκείμενο που όντως εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο της παγκόσμιας ιστορίας λίγο πριν το ταραχώδες 1848;

Καταλαβαίνει καμία/κανείς εύκολα ότι αυτά τα ερωτήματα είναι πελώρια για να απαντηθούν με περιορισμένου μεγέθους σχόλια των 2.000 λέξεων που φιλοξενούνται στις σελίδες του περιοδικού. Αντί, λοιπόν, να επιχειρήσουμε να δώσουμε κάτι που να μοιάζει με απάντηση, θα προσπαθήσουμε να αναπλαισιώσουμε τις παραπάνω ερωτήσεις με μια καχύποπτη ματιά, ώστε την επόμενη φορά που κάποια/ος θελήσει να ρωτήσει, να γνωρίζει περί τίνος ακριβώς θα χρειαστεί να μιλήσουμε.

ΕΥΡΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ: Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ!

Η άποψη ότι η Ελληνική Επανάσταση αποτελεί ένα γεγονός πανευρωπαϊκής κλίμακας που εντάσσεται στο συνεχές των μεγάλων ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848 εισάγεται και θεμελιώνεται στην παγκόσμια διανόηση μέσα από το έργο του μεγάλου βρετανού ιστορικού Eric Hobsbawm, ο οποίος σημειώνει σε κάποιες αράδες του έργου του ότι:

Σε μια και μόνη περίπτωση ο ατέρμονος πόλεμος των ποιμενικών φύλων και των ληστών-ηρώων απέναντι σε οποιαδήποτε αληθινή κυβέρνηση συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλικής Επανάστασης: στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα (1821-30). Ήταν συνεπώς φυσικό η Ελλάδα να γίνει θρύλος και πηγή έμπνευσης των απανταχού εθνικιστών και φιλελευθέρων. Γιατί μόνο στην Ελλάδα ένας ολάκερος λαός ξεσηκώθηκε ενάντια στον κατακτητή με τρόπο που θα μπορούσε εύλογα να ταυτιστεί με την υπόθεση της ευρωπαϊκής αριστεράς. Και, αντίστροφα, η υποστήριξη της ευρωπαϊκής αριστεράς με ηγέτη τον Λόρδο Βύρωνα, που πέθανε στη Ελλάδα, συνέβαλε σημαντικά στην πραγμάτωση της ελληνικής ανεξαρτησίας.[2]

Η επιμονή ενός ευρωπαίου μαρξιστή ιστορικού να ερμηνεύσει τις μεγάλες ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848 μέσα από τα σχήματα του ιστορικού υλισμού είναι γενικά δίκαιη και σωστή. Και γίνεται ακόμα σωστότερη όταν, εκπροσωπώντας μια νέα σχολή ιστορικής προσέγγισης που σε πολλά σημεία συγγένευε με την πολιτική της μετα-68 εποχής, αυτός ο βρετανός μαρξιστής ιστορικός επέμενε να θέτει στο πρώτο πλάνο της ερμηνείας της ιστορικής εξέλιξης το συλλογικό δρων υποκείμενο της ιστορίας: την εργατική τάξη, τους «πληβείους», τον «λαό» γενικά.

Όμως αυτή η «επιμονή» μπορεί να καταστεί ακόμα και επιπόλαιη όταν τα ερμηνευτικά σχήματα, δυτικά και ευρωκεντρικά στην ουσία τους, επιχειρείται να εφαρμοστούν αδιαφοροποίητα στο κοινωνικό, ταξικό και θεσμικό περιβάλλον μιας επαρχίας της οθωμανιής αυτοκρατορίας, όπως εκείνη του Μοριά και της Ρούμελης παραμονές της επανάστασης του 1821. Ο -κατά τα λοιπά σπουδαίος- Hobsbawm δεν ήταν οθωμανολόγος. Ήταν μέλος του βρετανικού κομουνιστικού κόμματος σε μια κρίσιμη περίοδο ειδικά σε ό,τι είχε να κάνει με τον ρόλο των οργανικών διανοούμενων στο ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα. Υπ’ αυτή την έννοια οι απόψεις του εμφορούνταν από ίδια πολιτικά κίνητρα: η υπαγωγή της ελληνικής επανάστασης στο συνεχές των επαναστατικών γεγονότων του 1848 φιλοδοξούσε να εγκαθιδρύσει έναν ορισμένο τρόπο θέασης της ευρωπαϊκής ιστορίας στην μετα-68 εποχή.

Όπως έχουμε δείξει επαρκώς αναλυτικά στον τόμο που έχουμε εκδώσει, ένας άλλος οργανικός διανοούμενος του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος του Μεσοπολέμου, σαφώς χαμηλότερης κλάσης από το βεληνεκές του Hobsbawm (για τον Γιάννη Ζεύγο ο λόγος), εκκινώντας από μια τελείως διαφορετική αφετηρία ερμηνείας του Εικοσιένα αλλά πάντως κι ο ίδιος εμφορούμενος από «ίδια» πολιτικά κίνητρα, επιχείρησε κι αυτός με την σειρά του να αναδείξει τον ρόλο του «λαϊκού παράγοντα» στην συντέλεση των επαναστατικών γεγονότων της περιόδου 1821-1828. Μέσα από την σφοδρή αντιπαράθεση που είχε με τον Γιάνη Κορδάτο, ο Ζεύγος επέμεινε στην ερμηνεία του 1821 μέσω της χρήσης των θεωρητικών σχημάτων της «πάλης των τάξεων». Όχι, όμως, για να δείξει ότι οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848 εμπνεύστηκαν από το ελληνικό παράδειγμα, αλλά για να δυσφημήσει τον τροτσκιστή θεωρητικό του αντίπαλο, το «ντόπιο πρακτορείο της αντεπανάστασης» όπως τον αποκαλούσε και για να δικαιώσει τις τοτινές πολιτικές επιλογές του ΚΚΕ.

ΑΛΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ ΚΙ ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ: Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ «ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΤΩΝ ΑΠΙΣΤΩΝ»

Είναι γνωστό ότι η κατάσταση της ελληνικής διανόησης πάσχει από τις γενικές παθολογίες που ευδοκιμούν στα νοτιοανατολικά Βαλκάνια: επαρχιωτισμός, απομονωτισμός και ψωροπερηφάνια. Πέρα από τον τεράστιο όγκο της εθνικιστικής και ελληνοκεντρικής ιστοριογραφίας σχετικά με το Εικοσιένα, μόνο από την δεκαετία του 1980 άρχισαν να εκδίδονται ντόπιες ή μεταφρασμένες έρευνες που προσέδιδαν μια κριτική ή αναστοχαστική ματιά στην ερμηνεία του 1821 και, όπως είναι αναμενόμενο, γρήγορα περιέπεσαν στην δυσμενή κατηγορία του εθνομηδενισμού. Μάλιστα είναι τέτοια η κατάσταση του διανοητικού επαρχιωτισμού που ταλανίζει τα ελληνικά γράμματα ώστε μόνο μέσα στην τελευταία δεκαετία υπάρχει μια συστηματική ενασχόληση της ντόπιας ιστοριογραφίας σχετικά με τον τρόπο που οι Οθωμανοί (δηλαδή οι ηττημένοι της επανάστασης) αντιλήφθηκαν το Εικοσιένα. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, που λέει κι ο λαός μας…

Οι Οθωμανοί λοιπόν, «καθυστερημένοι» και «υπανάπτυκτοι» καθώς ήταν, μαθαίνουμε ότι δεν βρέθηκαν στην προνομιακή θέση που βρέθηκε ο Hobsbawm ώστε να ερμηνεύσουν την Ελληνική Επανάσταση με τις εννοιολογικές κατηγορίες της «εθνικής συνειδητοποίησης», του «πολιτικού ρεπουμπλικανισμού», του «δυτικού συνταγματισμού» κ.λπ. Αντίθετα, η ματιά τους πάνω στην ιστορία τους την στιγμή που την ζούσαν εμφορούνταν από τον βαθιά αποτυπωμένο στην οθωμανική γραφειοκρατική παράδοση στοχασμό του σπουδαίου Άραβα επιστήμονα Ιμπν Χαλντούν (592 μ.Χ. Μέκκα-642 μ.χ. Χομς, Συρία). Ο Ιμπν Χαλντούν, λοιπόν, εισάγοντας μια διαφορετικής υφής «θεωρία των σταδίων», δηλαδή μια νομοτελειακή φιλοσοφία για την ιστορία, επηρέασε σε μείζονα βαθμό την οθωμανική πολιτική σκέψη.

Η θεωρία των σταδίων του Ιμπν Χαλντούν, σύμφωνα με την οποία κάθε κοινωνία ή δυναστεία περνάει από τρία ή πέντε στάδια ακμής και παρακμής άσκησε μεγάλη επιρροή καθόλη την διάρκεια του 18ου αι. Ο Χαλντούν εγκαινίασε μια επίσης βασική στην οθωμανική σκέψη διάκριση μεταξύ νομαδικών και εγκατεστημένων πολιτισμών. Σύμφωνα με τον τυνήσιο στοχαστή, «οι πρώτοι βάσει της αληλεγγύης ή αλλιώς του φυλετικού πνεύματος (asabiyya) που τους χαρακτηρίζει είναι ικανότεροι στον πόλεμο και πιο στιβαροί, ενώ χάνουν αυτές τις ικανότητες καθώς μετρατρέπονται σε εγκατεστημένες αυτοκρατορίες και βυθίζονται στην μαλθακή ζωή των πόλεων».[3] Αυτό που διαταράσσεται σε περιόδους που ξεσπούν εξεγέρσεις, σύμφωνα με τον Χαλντούν, είναι ο λεγόμενος «κύκλος της δικαιοσύνης», οι σχέσεις ισορροπίας δηλαδή μεταξύ των τεσσάρων κοινωνικών «στύλων» της κοινωνίας που βασίζεται στις διδαχές του ιερού ισλαμικού νόμου: των ανθρώπων της πένας (των ουλεμάδων, δηλαδή των ερμηνευτών της σαρίας), των ανθρώπων του σπαθιού (των πολεμιστών και μέρους της διοίκησης), των εμποροτεχνιτών και των ραγιάδων, δηλαδή των χωρικών.

Πράγματι, όταν ξέσπασε η σε μεγάλο βαθμό ρωσικά υποκινούμενη εξέγερση στην Μολδοβλαχία τον Φλεβάρη του 1821 υπό την αιγίδα του Στρατού των Φιλικών, η αντίδραση της Υψηλής Πύλης μέσω του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ (1808-1839) ήταν να δηλώσει ότι μολονότι οι μουσουλμάνοι είχαν στραφεί στον εγκατεστημένο τρόπο ζωής, πρέπει πλέον να επιστρέψουν στα νομαδικά έθιμα των προγόνων τους και να πολεμήσουν. Μια σειρά διατάγματα εν συνεχεία επιχείρησαν να επικυρώσουν αυτή την στροφή, κυρήσσοντας ένα είδος γενικής επιστράτευσης και απαγορεύοντας διάφορες πολυτέλειες στην ένδυση ή την διατροφή.[4]

Έτσι δεν θα πρέπει να προκαλεί καμία εντύπωση το γεγονός ότι αυτό που στην ντόπια «ηρωική» παράδοση αποτυπώθηκε ως «εθνεγερσία», «παλλιγεννεσία», «ξεσηκωμός» κ.λπ., από την οθωμανική διανόηση μεθερμηνεύτηκε ως «αταξία», «εξέγερση», «συνωμοσία» κ.ά. Ούτε θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι ενώ για την ντόπια ή τέλος πάντως την ευρωκεντρική προσέγγιση το συλλογικό υποκείμενο που εξεγέρθηκε ήταν «το ελληνικό έθνος», «το γένος των Ρωμιών», ο «λαός» ή στις πιο καλτ εκδοχές «η δρακογενιά των ηρώων»[5], για τους κυρίαρχους Οθωμανούς δεν ήταν τίποτε άλλο παρά «η φάρα των άπιστων και αχάριστων ραγιάδων».

Δεν είναι, όμως, μόνο η διαμετρικά αντίθετη προσέγγιση του ιστορικού συμβάντος της εξέγερσης που υποδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους που αντιπαρέρχονται το Εικοσιένα, αυτόν του οθωμανικού πολιτισμού και εκείνον του δυτικού ρεπουμπλικανισμού, όπου ο πρώτος λοιδωρείται ως «καταπιεστικός» και συνεπώς εξ ορισμού «ανίκανος να αντιληφθεί», ενώ ο δεύτερος εξυμνείται ως «επαναστατικός» και συνεπώς εξ ανάγκης «προοδευτικός». Είναι και μια δεύτερη, κομβική κατά την γνώμη μας διάσταση που συστηματικά αναδείξαμε μέσω της έκδοσης του τόμου για το 1821, και η οποία πεισματικά συσκοτίζεται (όταν δεν αποκρύπτεται) από την εθνοκεντρική ιστοριογραφία. Αναφερόμαστε στον παράγοντα της ρωσικής παρεμβατικότητας στην εξέγερση της Μολδοβλαχίας και του Μοριά (τον Φλεβάρη και το Μάρτη του 1821 αντίστοιχα). Όπως για τους Μαρξ και Ένγκελς, έτσι και για τους Οθωμανούς, η εξέγερση των Ρωμιών υπηκόων της αυτοκρατορίας ήταν εξ αρχής «φανερό ότι ξεκίνησε με υποκίνηση της Ρωσίας. Είναι πασιφανές ότι η Ρωσία ήταν αυτή που ενέσπειρε στους Ρωμιούς το πάθος για την ελευθερία».[6]

Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας δύο κόσμους· αυτόν της οθωμανικής και εκείνον της δυτικής σκέψης, οι οποίοι παράγουν ο καθένας για λογαριασμό της δικής του φιλοσοφίας για την ιστορία μια διαμετρικά αντίθετη προσέγγιση του εξεγερτικού συμβάντος. Η υπαγωγή του συμβάντος στις συντεταγμένες της κάθε προσέγγισης είναι ικανή να παράξει αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με την φύση του Εικοσιένα και, κατ΄ επέκταση, της σημασίας που δυνητικά είχε η συμμετοχή του οποιουδήποτε «λαϊκού παράγοντα» στην εξέλιξη της ιστορίας. Τελικά, η εμμονή στις ευρωκεντρικές προσεγγίσεις των επαναστάσεων του 19ου αι. μπορεί να προσφέρει μια απόπειρα συνεκτικής ερμηνείας της ευρωπαϊκής ιστορίας. Στον βαθμό όμως που δεν λαμβάνει υπόψη του τα στενά ερμηνευτικά πλαίσια εννοιοδότησης και μεθερμηνείας των γεγονότων που συνέβησαν εντός του οθωμανικού ιστορικού, πολιτισμικού και θεσμικού πλαισίου, δίχως την συμπερίληψη του οποίου η Ελληνική Επανάσταση δεν θα ήταν αυτό που τελικά έγινε, μπορεί να καταλήξει σε μια μερική άποψη θέασης της ιστορίας. Σε κάθε περίπτωση, η διαρκής καχυποψία απέναντι στα προσωπικά πολιτικά κίνητρα των ίδιων των ιστοριογράφων δείχνει κάτι επιπλέον σημαντικό στο όλο ζήτημα: ότι η στενά ευρωκεντρική προσέγγιση του 1821 κατάγεται από εκεί όπου μπορεί τελικά να διολισθήσει: στην πρωτοκοσμική υπεροψία και τον οριενταλισμό.


[1] Αυτή είναι η γενική άποψη που υποστηρίζεται για την κατανόηση του 1821 από την «Πρωτοβουλία Αναρχικών Αγίων Αναργύρων-Καματερού» μέσω της καμπάνιας που οργανώνει αυτό το διάστημα.

[2] E.J. Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων (1789-1848), ΜΙΕΤ 2002, σελ. 203-204.

[3] Σοφία Λάιου & Μαρίνος Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις για την ελληνική επανάσταση: από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών 2019, σελ. 25.

[4] Για περισσότερα βλ. Sükrü Ilıcak, Η άλλη όχθη: η οθωμανική πολιτική φιλοσοφία και η αντίδραση στην ελληνική “αταξία”, στο Θάνος Βερέμης (επιμ.), 1821: η γέννηση ενός έθνους-κράτους, τ. Ε’: Ιδεολογικά ρεύματα: Έλληνες-Οθωμανοί, Εκδόσεις Σκάι, Αθήνα 2009, σελ. 63-142.

[5] Αναφερόμαστε στην αφίσα με υπογραφη ένα κόκκινο αστέρι που κολλήθηκε τον Μάρτη του 2021 εντός και πέριξ των Εξαρχείων.

[6] Για περισσότερα βλ. Λεωνίδας Μοίρας, Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα μάτια των Οθωμανών, Τόπος 2020, σελ. 1245-129.

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Τετάρτη 19 Μάη 2021, 19:30, Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Περιστερίου (Καρυάτιδος 166, πλ. Δέγλερη, Περιστέρι)

Με την πολιτική υποστήριξη της αντιφασιστικής συλλογικότητας Antifascist Action.

Για δες καιρό που διάλεξε…

Δημοσιεύτηκε στο περ. Traverso Antifa, τεύχ. 5, Μάρτης 2021.

Ω, τί οδύνη για το μακροβιότερο έθνος της ανθρώπινης ιστορίας! Τι αταίριαστοι καιροί για τους ραψωδούς της εθνικής μυθολογίας! Τι ειρωνία της τύχης και της θείας χάριτος μια τέτοια μοναδική ευκαιρία να πηγαίνει χαμένη και μάλιστα με τέτοιο αντιηρωικό πάταγο!

Η μπίλια της διακοσιοστής επετείου της Ελληνικής Επανάστασης έκατσε στην χειρότερη θέση που θα μπορούσε στη ρουλέτα της σύγχρονης ιστορίας. Η μνήμη της «ηρωικής παλλινόρθωσης του γένους των Ελλήνων» επισκιάζεται από ένα πλήθος συγκυριακών ζητημάτων που έχουν καταστήσει ανεπίκαιρο όχι μόνο τον «εθνικό αναστοχασμό», που διακηρύχτηκε ως ένας από τους στόχους του ιδεολογικού χαζομάγαζου της «Επιτροπής Ελλάδα 2021», αλλά ακόμα και την όποια φολκλόρ αναπαράσταση θα μπορούσε να τονώσει το εθνικό φρόνημα εκείνης της μερίδας της ελληνικής κοινωνίας που αναζητεί στον παραδοσιακό αλβανικό ενδυματολογικό κώδικα του τσαρουχιού και της φουστανέλας τις ρίζες της καταγωγής της. Ώστε ο γραφικός εορτασμός της επετείου να έχει περιπέσει στο είδος εκείνης της αμηχανίας που βρίσκονται οι παλιοί συμμαθητές όταν συναντιούνται 50 χρόνια μετά την αποφοίτησή τους.

Η πρόσκληση της ελληνικής κυβέρνησης στους αρχηγούς του ρωσικού, του γαλλικού και του αγγλικού κράτους συνάδει, καταρχήν, με την ιδεολογική τοποθέτηση της φιλελεύθερης ιστορικής προσέγγισης που υιοθετεί και θέλει να παρουσιάζει το Εικοσιένα ως ένα «επαναστατικό γεγονός ευρωπαϊκής εμβέλειας», παρότι κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον ανακριβές. Όμως οι εποχές έχουν αλλάξει δραματικά. Ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν μην πρεσβεύει τίποτα από το πνεύμα της μεταναπολεόντειας Γαλλίας του 1821. Παρόλα αυτά ο αναδρομικός εκπρόσωπος του «γαλλικού κόμματος» έριξε μια ωραιότατη χυλόπιτα και αντ’ αυτού έστειλε την Υπουργό Πολέμου της Γαλλίας και πλασιέ των πολεμικών αεροσκαφών Rafalle ανά τον κόσμο να τιμήσει το σύμμαχο ελλαδιστάν. Πράγματι, η Φλοράνς Παρλί στάθηκε κορδωμένη στην εξέδρα των επισήμων καλεσμένων ώστε να μας υπενθυμίσει τον ιστορικό ρόλο της Γαλλίας στο Εικοσιένα. Για παράδειγμα τα γαλλικά εκστρατευτικά σώματα που τον Απρίλη του 1832 κατέλαβαν, εν μέσω πολιτικού κενού και εμφυλίων συγκρούσεων, το Ναύπλιο και την Πάτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι το νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο δεν θα διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη. Και ίσως στο περιθώριο των αναμνήσεων να ανακαλούνται κι εκείνες οι τρυφερές, «φλογερά επαναστατικές» στιγμές που ο «πολέμαρχος του γένους», Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ως ηγέτης του τότε «καποδιστριακού κόμματος» συγκρούστηκε ουκ ολίγες φορές μαζί τους, σε άπταιστα γαλλικά ασφαλώς.[1]

Η Ρωσία από την άλλη έχει αποκτήσει πλέον τόσο ισχυρά ερείσματα στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και των νοτίων Βαλκανίων, ώστε δεν χρειάζεται πλέον να χρηματοδοτήσει και να προκαλέσει μια ακόμα αντιοθωμανική εξέγερση στην περιοχή, όπως έκανε πλείστες φορές τον 18ο και τον 19ο αι. στα νότια Βαλκάνια: πετυχημένα την Άνοιξη του 1821 και αποτυχημένα τον Φλεβάρη του 1774, με τα λεγόμενα «Ορλωφικά». Παρότι τα θρησκευτικά δίκτυα και η σκοτεινή γλώσσα της χριστιανικής ομοδοξίας, δύο αιώνες μετά την επιτυχημένη αξιοποίησή τους από τον τσαρικό επεκτατισμό, στέκονται ακόμα χρήσιμα για τις επιδιώξεις του αντιδυτικού στρατοπέδου (βλ. π.χ. συλαλλητήρια για το Μακεδονικό), η απουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν από την καλτ φιέστα της πλατείας Συντάγματος δεν πρέπει να μας προκαλεί καμία έκπληξη. Η ρώσικη αλεπού έχει, οπωσδήποτε, σημαντικότερα πράγματα στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της.

Όσον αφορά τον εκπρόσωπο του «αγγλικού κόμματος» στον 21ο αιώνα, πρίγκιπα Κάρολο (γενν. 1948), η παρουσία του στο πλάι της Καμίλα Πάρκερ Μπόουλς ήταν απλά μια θλιβερή απόδειξη της παρακμής στην οποία έχει περιπέσει η πάλαι ποτέ θαλασσοκράτειρα Αλβιόνα, δίχως τον αυτοκρατορικό στόλο της οποίας και την συμβολή του στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827), το ελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε να είναι μια ρεαλιστική δυνατότητα για την ιστορία. Αν δεν το γνωρίζατε, το ελληνικό κράτος «ιδρύθηκε» το 1830, σε μια περίοδο που η επανάσταση είχε ηττηθεί τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά, ενώ οι εμφύλιες συγκρούσεις εμπόδιζαν την ανάδειξη μιας πολιτικά ηγεμονικής δύναμης που θα μπορούσε να εξασφαλίσει την συνέχεια της εξέγερσης ενάντια στον Σουλτάνο. Ώστε η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων αποτέλεσε μονόδρομο για την πρόσκαιρη τακτοποίηση του status quo του Ανατολικού Ζητήματος.

Τέλος, αν αυτοί που μας κυβερνούν είχαν την ελάχιστη εντιμότητα, μια θέση περίοπτη και τιμητική θα έπρεπε να είχαν εξασφαλίσει στον Έντι Ράμα, τον εκπρόσωπο του αρβανίτικου γένους στον 21ο αι., που τελικά όσο κανείς άλλος συνέβαλε σε ό,τι οι σημερινοί φουστανελάκηδες θέλουν να ονομάζουν «ηρωικό Εικοσιένα». Και δεν τα βγάζουμε από το μυαλό μας αυτά. Τα διαβάσαμε στον Επιφάνιο Δημητριάδη, έναν Έλληνα δάσκαλο που πήγε να διδάξει ελληνικά το 1790 στα νησιά του Αργοσαρωνικού κόλπου και έγραψε: στην Ύδρα συμβαίνει ότι και στον Πόρο. Για να μπορέσεις να διδάξεις τα ελληνικά, πρέπει πρώτα να μάθεις τα αλβανικά.[2]


[1] Για περισσότερα βλ. John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 197, σελ. 158-162.

[2] Παρατίθεται στο Ζέη Ελευθερία, Ο αγώνας στη θάλασσα: Κανάρης-Κουντουριώτης-Τομπάζης, Τα Νέα – Ιστορική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2020.

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

1821

Ιστορικά ζητήματα στις απαρχές του ελληνικού κρατικού & καπιταλιστικού σχηματισμού

Από τις εκδόσεις TRAVERSO

Για παραγγελίες: antifatraverso@gmail.com

Αγαπητές φίλες και φίλοι της εργατικής κριτικής στην γενεαλογία του γαλανόλευκου φολκλόρ,

οφείλουμε να κάνουμε μια παραδοχή: αν είχαμε ερωτηθεί δύο χρόνια πριν σχετικά με το τι ήταν το «1821», πιθανώς η μνήμη να έτρεχε πίσω στις κιτς σχολικές γιορτές ή στα «δράματα εποχής» που έβγαζε με το κιλό η χούντα και προέβαλε σε κάθε εθνική επέτειο η τηλεόραση της μεταπολίτευσης. Και αφού προδοθήκαμε ως προς τις αισθητικές μας προσλαμβάνουσες, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Η ενασχόληση με αρματολούς της Ρούμελης και παραδουνάβιους ηγεμόνες, νησιώτες εφοπλιστές και εμπόρους της Οδησσού, ηπειρώτες φοροσυλλέκτες και μοραΐτες τσιφλικάδες δεν ήταν στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων μας. Εν ολίγοις, η συγκρότηση του πρότζεκτ21 δεν προέκυψε από κάποιο ιστοριογραφικό ενδιαφέρον αλλά από πολιτική ανάγκη. Κι αυτό γιατί δύο χρόνια πίσω, κοιτώντας προς την επέτειο των 200 χρόνων από το 1821 και αφουγκραζόμενοι τη συγκυρία, βλέπαμε με κάποιο φόβο τα όσα θα μπορούσαν να συμβούν κατά τη διάρκεια των εορτασμών, αλλά και γενικότερα. Προβλέπαμε ότι το 2021 θα πήξουμε στα εθνικιστικά παραληρήματα απ’ όλες τις όψεις του εθνικού κορμού. Και απέναντι σε αυτήν τη συνθήκη θέλαμε να προετοιμαστούμε κατάλληλα.

Η σταθερότητα της αντιτουρκικής ατζέντας του ελληνικού κράτους και η όξυνση της έντασης στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο συνηγορούσαν στη διαμόρφωση του σχετικού κλίματος. Μέχρι που ήρθε το «τέλος του κόσμου». Είναι σαφές ότι η τρέχουσα τρομοϋγιεινιστική εκστρατεία φέρνει σε δεύτερη μοίρα τη διεξαγωγή λαμπρών τελετών[1]. Από την άλλη, βλέπουμε την εδραίωση της στρατιωτικοποίησης της δημόσιας σφαίρας σε τέτοιο βαθμό που ο συνδυασμός «τουρκικών προκλήσεων» και «εθνικής επετείου» ούτε στο ελάχιστο θα πλησίαζε. Ούτως ή άλλως, τα πεδία των μαχών είναι το τελευταίο στάδιο του μιλιταρισμού και ίσως να μην προορίζονται για όλους. Αυτό που προέχει είναι η στρατιωτικοποίηση της εργασίας και του πληθυσμού, της καθημερινής ζωής. Σε κάθε περίπτωση οι δυνατότητες μας περιορίστηκαν και οι στοχεύσεις τροποποιήθηκαν. Για να καταλάβετε, την Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020, την ώρα που χτυπούσε στα τηλέφωνά μας το ψύχραιμο μήνυμα της Πολιτικής Προστασίας που ανακοίνωνε τα πρώτα περιοριστικά μέτρα, εμείς μόλις είχαμε τελειώσει την πρώτη συνάντηση του Προγράμματος αυτομορφωτικών εκδηλώσεων για το 1821 που έλαβε χώρα στην κατάληψη Carthago, και στο πλάνο μας ήταν η πραγματοποίηση ακόμα τεσσάρων εισηγήσεων για το θέμα. Προφανώς αυτό δεν κατέστη δυνατό.

Παρόλα αυτά, συνεχίσαμε να βρισκόμαστε με σταθερότητα και συνέπεια και η δημόσια κατάθεση απόψεων βρήκε χώρο σε αυτό το περιοδικό και στο blog της ομάδας. Και αυτόν τον Δεκέμβρη είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώνουμε πως έχουμε έτοιμη μία εκτενή έκδοση για το θέμα, προϊόν των συζητήσεων που κάναμε τα τελευταία δύο χρόνια, η οποία θα βρει το δρόμο για το τυπογραφείο μέσα στις επόμενες μέρες.

Η έκδοση

Η επικείμενη έκδοση δεν σκοπεύει να αποτελέσει μια «αιρετική ματιά» στο 1821, ούτε να ξεσκεπάσει τους (πάμπολλους) εθνικούς μύθους γύρω από αυτό. Αντίθετα πρόκειται για μια προσπάθεια να δούμε τη γενεαλογία του ελληνικού καπιταλισμού, τα υλικά από τα οποία φτιάχτηκαν το ελληνικό κεφάλαιο και το κράτος του. Πρόκειται, δηλαδή, όχι για ένα «ιστοριογραφικό» εγχείρημα αλλά για μια κατάθεση πολιτικών απόψεων πάνω στην ελληνική ιστορία με τρόπο που μπορούν να φανούν χρήσιμες στην ταξική πάλη σήμερα.

Κομβικής σημασίας για τη συγγραφή των κειμένων ήταν η ανάγνωση και συζήτηση του βιβλίου που έχει επιμεληθεί ο Παναγιώτης Κονδύλης «Κ. Μαρξ – Φρ. Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα». Σε αυτό ο Κονδύλης έχει συγκεντρώσει όλες τις αναφορές των Μαρξ και Ένγκελς για το Ανατολικό Ζήτημα, από το σύνολο του έργου τους, σημαντικό μέρος του οποίου ήταν η αρθρογραφία τους σε εφημερίδες της Αγγλίας, της Γερμανίας κ.α. Το έργο αυτό, αρκετά παραγνωρισμένο από τους εγχώριους ιστορικούς, είναι αποκαλυπτικό για τη γεωπολιτική της περιόδου και τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές προσκήνιο, καθώς αναδεικνύει το ρόλο της Ρωσίας στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, και όλο αυτό με το βλέμμα στραμμένο προς την «επικείμενη» προλεταριακή επανάσταση στην Ευρώπη.

Εξίσου σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύει η έκδοση είναι η γενεαλογία της εγχώριας πολιτικής προσόδου, ως δομικό υλικό από το οποίο φτιάχτηκε το ελληνικό κράτος. Από τη γαιοπρόσοδο και την φοροσυλλογή ως την τοκογλυφία και την προνομιακή πρόσβαση στους κρατικούς μηχανισμούς, η πελατειακότητα αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του νέου κράτους. Ενδεικτικός της συνθήκης αυτής είναι ο πολιτικός και στρατιωτικός βίος του Θεοδωράκη Γρίβα πριν και μετά την ελληνική επανάσταση, μιας προαστικής και φατριαστικής φιγούρας που δεν αποτελεί κάποια εξαίρεση αλλά μάλλον τον καθ’ υπερβολή κανόνα των πρωταγωνιστών του 1821, και στον οποίο αφιερώνουμε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο.

Το προηγούμενο διάστημα, μέσα από αυτή τη στήλη είχαμε ήδη αναφερθεί συνοπτικά και σε άλλες φιγούρες της ελληνικής επανάστασης, όπως ο πρώτος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας[2]. Εκεί, είχαμε δει τον τρόπο με τον οποίο είχε γίνει αντιληπτός μέσα από τη μαρξιστική ιστοριογραφία, ξεκινώντας από τα γραπτά των ίδιων των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά και πώς άλλαζε η ιστορική προσέγγιση στο πρόσωπό του από τους Έλληνες μαρξιστές συγγραφείς ανάλογα με τα συγκεκριμένα υλικά επίδικα που αντιμετώπιζε το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Αυτήν την αναφορά, λοιπόν, κρίναμε σκόπιμο να την παραθέσουμε σε εκτενέστερη και πιο εμπεριστατωμένη μορφή στον τόμο.

Αντίστοιχα, κρίναμε σκόπιμη μια εξίσου εκτενή αναφορά σε μια διεύρυνση του παραπάνω πλαισίου: θα δούμε, δηλαδή, πώς οι Έλληνες μαρξιστές του μεσοπολέμου αντιμετώπισαν συνολικά το Εικοσιένα. Και εκείνη την περίοδο, η συζήτηση γύρω από την ελληνική επανάσταση είχε άμεση σχέση με το πώς έβλεπε το κομμουνιστικό κίνημα το χαρακτήρα του ελληνικού κράτους, κι ως εκ τούτου, πώς θα οργάνωνε την επαναστατική του στρατηγική. Κοιτώντας τα γραπτά του Γ. Σκληρού, του Γ. Κορδάτου, του Γ. Ζεύγου, του Π. Πουλιόπουλου και του Σ. Μάξιμου σε σχέση με το 1821, θα δούμε πώς διαμορφώθηκαν οι ανταγωνιστικές πολιτικές κατευθύνσεις του ΚΚΕ εντός του εργατικού κινήματος του μεσοπολέμου.

Κάτι ακόμα στο οποίο είχαμε σταθεί στο παρελθόν ήταν η προεπαναστατική οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων και ειδικότερα αυτή της ελληνόκτητης εμπορικής ναυτιλίας[3]. Ως εκ τούτου, θεωρήσαμε σημαντικό τη συμπερίληψη μιας παρουσίασης των όρων διαμόρφωσης του ελληνικού ναυτιλιακού εμπορίου το 18ο αιώνα, με τέτοιο τρόπο ώστε να σκιαγραφείται η γενεαλογία του ελληνικού εφοπλισμού, τα χαρακτηριστικά που απέδωσε στο νέο ελληνικό κράτος, αλλά και ο ρόλος του στην εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα.

Ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας της ελληνικής επανάστασης αποτελεί η περίφημη Φιλική Εταιρία, η οποία είθισται να παρουσιάζεται ως ένα συνωμοτικό δίκτυο που αποπειράθηκε να οργανώσει στρατό και να προετοιμάσει την Επανάσταση. Αυτό που θα δείξουμε μέσα από το βιβλίο είναι ότι η Φιλική Εταιρία δεν ήταν παρά ένα δίκτυο αλληλογραφίας μέσα στο οποίο διαπλεκόταν ο επαναστατικός βερμπαλισμός, η εμπλοκή με τον θρησκευτικό μυστικισμό των αρχών 19ου αι. και οι βιοποριστικές ανάγκες μιας δράκας τυχάρπαστων εμποροϋπαλλήλων.

Παράλληλα, κρίναμε σκόπιμο να συμπεριλάβουμε μια ιστορία των μεγάλων επετείων του 1821 (δηλαδή των 100 και 150 χρόνων), και μέσα από το εκάστοτε ιστορικό συγκείμενο, να δούμε πώς διαμορφώθηκε η «εθνική μνήμη» μέσα από το «προοδευτικό» και «συντηρητικό» στρατόπεδο της αστικής τάξης.

Τέλος, θα παραθέσουμε τρεις μεταφράσεις που θεωρούμε ότι συμβάλλουν πολύ στην κατανόηση της περιόδου και δίνουν μια διαφορετική προσέγγιση στα γεγονότα. Το πρώτο κείμενο αφορά την γνωστή και κομβική «Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή»[4]. Είναι ένα ιστορικό τεκμήριο που δεν βρήκαμε πουθενά αλλού μεταφρασμένο, και του οποίου η ανάγνωση είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα. Τα άλλα δυο μεταφρασμένα κείμενα[5], τα οποία πραγματεύονται τη μάχη στο Γαλάτσι της Ρουμανίας το 1821 και τις οθωμανικές αντιλήψεις των πρώτων ελληνο-οθωμανικών συνόρων της Θεσσαλίας έχουν το προσόν να παρουσιάζουν πληθώρα οθωμανικών και ρουμανικών πηγών πάνω στα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης και του νεαρού ελληνικού κράτους.

Κλείνοντας

Είναι σαφές ότι αυτό που περιγράψαμε παραπάνω δεν συνιστά μια ακαδημαϊκού τύπου έκδοση. Πέρα από το ότι δεν ήταν αυτές οι προθέσεις μας, τα μέλη του πρότζεκτ21 δεν είναι επαγγελματίες ιστορικοί. Αντίθετα, αποτελούν δείγματα της σύγχρονης εργατικής τάξης, που η αναπαραγωγή τους εξαρτάται από διάφορες κωλοδουλειές και επιδόματα ανεργίας, και εν μέσω αυτής της συνθήκης προσπαθούν να δημιουργήσουν οργανωτικές μορφές αυτόνομης παραγωγής της γνώσης. Ως ένα τέτοιο εγχείρημα αντιλαμβανόμαστε το πρότζεκτ21, που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της κινηματικής αυτομόρφωσης. Μια μέθοδο, που στην ιστορικότητά της, μας έχει φανεί πολλές φορές χρήσιμη και πιάνει το νήμα μιας μακράς πορείας αυτόνομης παραγωγής γνώσης, από το κίνημα για το κίνημα. Γι’ αυτούς τους λόγους ελπίζουμε και θα μας χαροποιούσε πολύ αν οι απόψεις που περιλαμβάνονται στον προς έκδοση τόμο, μπορούν να φανούν κινηματικά χρήσιμες σήμερα και για το μέλλον.


[1] Παρότι τα δεδομένα αλλάζουν γρήγορα, το δυστοπικό βίωμα της εναλλαγής αγιογραφιών και εικόνων του στρατού πάνω στο κοινοβούλιο, στις 21/11/2020 «ημέρα των ενόπλων δυνάμεων», μπροστά από μια άδεια από περαστικούς αλλά γεμάτη μπάτσους πλατεία Συντάγματος, ίσως είναι δείγμα αυτών που θα δούμε τον προσεχή Μάρτη.

[2] Βλ. «Ο κόμης με τα ψηλά ρεβέρ», περ. «Traverso Antifa», τευχ. 2, Ιούνης 2020.

[3] Βλ. «Η ναυτιλία των Γραικών, ο πόλεμος και η κρίση του 1815», περ. «Traverso Antifa», τευχ. 1, Απρίλης 2020.

[4] Βλ. «Η Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774): μια εισαγωγή», περ. «Traverso Antifa», τευχ. 0, Φλεβάρης 2020, ενώ για το πλήρες κείμενο της μετάφρασης βλ. project21athens.wordpress.com.

[5] Τα κείμενα αυτά είναι: Constantin Ardeleanu, Στρατιωτικές όψεις του πολέμου της ανεξαρτησίας των Ελλήνων στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα: η μάχη του Γαλατσίου (1821) και Dilek Özkan, Ελληνοθωμανικά σύνορα: φύλαξη και διαχείριση μέχρι το 1840.

Ένα εκκρεμές μεταξύ δεξιάς και ακροδεξιάς

Σημειώσεις πάνω στην ιστορία των εορτασμών της εθνικής επετείου (1821-2021)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Traverso Antifa (τευχ. 3, Οκτώβρης-Νοέμβρης 2020)

Καθώς πλησιάζουμε στο 2020 και την κορύφωση των «εορτασμών» της εθνικής επετείου γίνονται όλο και πιο εμφανή τα όρια μέσα στα οποία θα κινηθεί η εθνική αφήγηση σε ιδεολογικό επίπεδο. Ήδη από τα μέσα του 2019, όταν με τον πρώτο νόμο που έφερε προς ψήφιση η κυβέρνηση ΝΔ συστάθηκε υπό την εποπτεία του πρωθυπουργού η επιτροπή «Ελλάδα 2021», μας είχε γίνει σαφές ότι το ιδεολογικό μαγαζάκι με την Γιάννα Αγγελοπούλου στην βιτρίνα είχε αναλάβει ένα δύσκολο έργο: να συγκεράσει τις δύο αντιμαχόμενες ιδεολογικές τάσεις ιστορικής ερμηνείας της ελληνικής επανάστασης που κινούνται διαχρονικά στο εσωτερικό της εθνικής ιστοριογραφίας, ας τις ονομάσουμε χάριν ευκολίας «φιλελεύθερης» και «εθνικιστικής», οι οποίες έβρισκαν μια επιπλέον απόληξη στις αντίρροπες δυναμικές που εξαρχής φάνηκαν να επικρατούν στο εσωτερικό της δεξιάς παράταξης μεταξύ «σαμαρικής» και «μητσοτακικής» πτέρυγας.

Έναν χρόνο μετά, η «κρίση» που σοβούσε μεταξύ «φιλελεύθερων» και «εθνικιστών» έχει ξεσπάσει για τα καλά, ενώ επιπλέον οι διάφορες κινήσεις που εμφανίζονται δεξιά του πολιτικού φάσματος στον ευρύτερο «πατριωτικό χώρο» δείχνουν ότι για μία ακόμη φορά στην σύντομη ιστορία αυτής της «κουτσουλιάς» πέριξ του Αργοσαρωνικού κόλπου, που διακόσια χρόνια μετά την δημιουργία της αξιώνει για τον εαυτό της τον τίτλο του «πυλώνα σταθερότητας», οποιαδήποτε απόπειρα συμπεριληπτικής εθνικής αφήγησης είναι καταδικασμένη στην αποτυχία. Οι αιτίες αυτής της καταδίκης έχουν ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον βέβαια, το οποίο, όμως, δεν θα εξετάσουμε εδώ[1].

Παρακάτω θα θίξουμε επί τροχάδην δύο προηγούμενα «έτη ορόσημα» των εορτασμών της εθνικής επετείου: το 1921 και το 1971. Αφού πάρουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα από αυτό, θα δούμε την ιδεολογική ανατομία του εθνικού και πατριωτικού χώρου έτσι όπως αποτυπώνεται σήμερα σε επίπεδο επιτροπών, θεσμών και πρωτοβουλιών με αφορμή τους εορτασμούς του 2021. Τέλος θα αποπειραθούμε κάποιες ερμηνείες που μπορεί να φανούν χρήσιμες όχι μόνο για την ιστορία των εορτασμών, αλλά για την ιστορική φυσιογνωμία της εθνικής συνείδησης εν γένει, ώστε να κλείσουμε με ένα πικάντικο who is who.

1921: ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΥ

Ισμέτ Ινονού και Ελευθέριος Βενιζέλος κατά την είσοδό τους στο Παναθηναϊκό Στάδιο, Αθήνα Οκτώβρης 1931.

Το ιωβηλαίο της ελληνικής επανάστασης, βρήκε τον ελληνικό κοινωνικό και κρατικό σχηματισμό στα σχοινιά. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν στην τουρκική ενδοχώρα εν μέσω ενός επεκτατικού πολέμου. Κι ενόσω τα νέα από τους πρώτους νεκρούς είχαν αρχίσει να φτάνουν στην πατρίδα, η ελληνική κοινωνία βρισκόταν ολότελα διχασμένη εν μέσω δύο αντιθετικών πολιτικών σχεδίων που διαγωνίζονταν για την επικράτησή τους πάνω στο κράτος. Οι τελετές της εκατονταετηρίδας αναβλήθηκαν τελικά για το 1930, αποδίδοντας ένα νέο νόημα στον εορτασμό της επετείου: το 1930 ήταν η χρονολογία όπου το ελληνικό κράτος συμπλήρωνε 100 χρόνια ύπαρξης. Το κέντρο βάρους μετακυλίονταν από την «επανάσταση ως γεγονός», στο ελληνικό κράτος ως σύγχρονη ιστορία των αστικών θεσμών και ως κατεξοχήν φορέας της εθνικιστικής ιδεολογίας.

Το 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος βρισκόταν προσωρινός νικητής στον χαμηλής έντασης εμφύλιο του Μεσοπολέμου, το δε σχέδιο του Κόμματος των Φιλελευθέρων για τον αστικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη. Στο επίκεντρο των εορτασμών του 1930 βρέθηκε μια εθνική αφήγηση στηριγμένη όχι στο πολεμικό πνεύμα, αλλά στην κατεύθυνση ειρηνιστικών επιλογών του κράτους με προσανατολισμό την καπιταλιστική ανάπτυξη και τον αστικό εκσυγχρονισμό. Αυτή η κατεύθυνση δεν δόθηκε δίχως μάχη από τους βενιζελικούς. Η αντιπολίτευση που δέχθηκαν από την μεριά της συντηρητικής-εθνικιστικής πτέρυγας ήταν σφοδρή[2]. Ειδικά όμως σε ό,τι είχε να κάνει με τον «προαιώνιο εχθρό», η βενιζελική πολιτική ήταν ξεκάθαρη μετά την πανωλεθρία του 1922. Η οικοδόμηση σχέσεων ειρήνης και συνεργασίας, όπως αυτές αποτυπώθηκαν και θεσμικά άλλωστε με την σύναψη του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας τον Οκτώβρη του 1930, ήταν η κορωνίδα της βενιζελικής Realpolitik. Υπό αυτό το πρίσμα, το «χρυσό ιωβηλαίο» της Επανάστασης του 1921, που τελικά γιορτάστηκε το 1930, υπάχθηκε στις σύγχρονες πολιτικές ανάγκες του μεσοπολεμικού κράτους[3].

1971 – Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟΝ ΓΥΨΟ

Ο συνταγματάρχης Παττακός επιθεωρεί παρέλαση μαθητών κατά τους εθνικούς εορτασμούς των 150 χρόνων από την ελληνική επανάσταση, Καστοριά Μάρτιος 1971.

Οι εορτασμοί για τα 150 χρόνια από την επανάσταση το 1971, οι οποίοι ήταν βασισμένοι στο φολκλόρ και την φουστανέλα, μπορεί να «τόνισαν το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων»[4], όμως δεν κατάφεραν ούτε στο παραμικρό να παράξουν μια νέα, συμπεριληπτική και παραγωγική αφήγηση για τον ελληνικό κρατικό και κοινωνικό σχηματισμό. Η καπιταλιστική και πολιτική οπισθοδρομικότητα του χουντικού καθεστώτος δεν μπορούσε καν να επιτρέψει την συμπερίληψη νέων εθνοκεντρικών αφηγήσεων, όπως αυτές που είχαν ξεπηδήσει μέσα από τους κόλπους της πατριωτικής αριστεράς και οι οποίες έβρισκαν προς το παρόν καταφύγιο στην Ακαδημία του Παρισιού. Όλα θα άλλαζαν, βέβαια, το «σωτήριον έτος» 1981 όταν αυτή η αντινομία που, όπως αποδείχθηκε, ήταν βλαπτική όχι μόνο για την εθνική συνείδηση αλλά και για τον ελληνικό καπιταλισμό, αποκαταστάθηκε ιστορικά.

2021 – ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΧΩΡΟ

Σε θεσμικό επίπεδο, πλην της επίσημης επιτροπής «Ελλάδα 2021», δράση έχει ήδη αναπτύξει η λεγόμενη «Πρωτοβουλία 1821-2021», η οποία όπως ενημερωνόμαστε από την ιστοσελίδα της είναι «το αποτέλεσμα της συστηματικής συνεργασίας κοινωφελών, πολιτιστικών και επιστημονικών ιδρυμάτων της χώρας και της Εθνικής Τράπεζας». Εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με την ιδεολογική εκπροσώπηση του ελληνικού εφοπλισμού και του ντόπιου τραπεζικού κεφαλαίου στην δημόσια σφαίρα των εορτασμών, βασικό έργο της οποίας πλην της πολιτικής υπεράσπισης της αστικής τάξης είναι η προάσπιση ενός εκσυγχρονιστικού λόγου για την ελληνική ιστορία και η απόδοση μιας φιλελεύθερης προοπτικής στην ιστορική ερμηνεία του 1821. Αυτή η τάση μέσα στους εορτασμούς του 2021, την οποία χάριν συντομίας ονομάσαμε «φιλελεύθερη», δεν είναι βέβαια «καθαρή» από ακροδεξιές ή πολεμοκάπηλες παρεμβολές. Για παράδειγμα ο εφοπλιστής Παναγιώτης Λασκαρίδης, ο οποίος συμμετέχει στην εν λόγω πρωτοβουλία μέσω του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, ουκ ολίγες φορές έχει υποστηρίξει την ενεργή εμπλοκή του ελληνικού εφοπλισμού στον εξοπλιστικό εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων, ενώ μέσα στο τελευταίο έτος έχει δωρίσει στο πολεμικό ναυτικό δύο πλοία γενικής υποστήριξης, το «ΑΤΛΑΣ Ι» και το «ΗΡΑΚΛΗΣ»[5].

Όσον αφορά τις κινήσεις που συντελούνται εκτός των θεσμικά αναγνωρισμένων επιτροπών, μετά τους τριγμούς που προκάλεσε η αποχώρηση[6] της καθηγήτριας Μαρίας Ευθυμίου από την επίσημη επιτροπή «Ελλάδα 2021» κατηγορώντας την τελευταία για «ουδετεροπατρία» (sic), μια λέξη που πρώτη φορά εμφανίστηκε στο ελληνικό λεξιλόγιο φέτος, άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την απελευθέρωση της εθνικιστικής-πατριωτικής τάσης ου άσθμαινε «εγκλωβισμένη σε εθνομηδενιστικά καλούπια». Συνήθης ύποπτος για τις υπόγειες διεργασίες στο εσωτερικό αυτού του χώρου ήταν ξανά (ποιος άλλος;) ο «αγαπημένος» μας Γιώργος Καραμπελιάς. Έτσι στις αρχές Ιουνίου έκανε την εμφάνισή της η λεγόμενη «Επιτροπή Παράλληλου Εορτασμού – Τιμή στο ‘21». Την φυσιογνωμία της σε επίπεδο απόψεων και προσώπων αξίζει να εξετάσει κανείς/καμία όχι τόσο επειδή εμφανίζει κάποια σημαντική δυναμική, αλλά περισσότερο επειδή αποτυπώνει κάποιες υπαρκτές ιδεολογικές διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό του εθνικού χώρου, για τις οποίες γίνεται λόγος σε ξεχωριστό κείμενο του παρόντος τεύχους υπό τον τίτλο «περί της ντόπιας alt-right και των πολιτικών αιχμών εναντίον της».

Η επιτροπή «Τιμή στο ‘21» πρεσβεύει την συντηρητική, εθνικιστική και οπισθοδρομική τάση της εθνικής ιστοριογραφίας. Όπως διαβάζουμε σε ένα κείμενό της «ο ύπουλος εθνομηδενισμός, θέλει να παραπλανήσει (για ακόμη μία φορά) τον ανυποψίαστο Έλληνα και να του βάλει στο μυαλό ότι ΕΘΝΟΣ και ΚΡΑΤΟΣ είναι ένα και το αυτό, ενώ δεν είναι. Εντελώς άλλη είναι η έννοια του έθνους και άλλη η έννοια του κράτους. Θέλει έτσι, να υποβάλει στο λαϊκό υποσυνείδητο ότι το Ελληνικό έθνος, δημιουργήθηκε με την επιτυχία της επανάστασης του 1821, ενώ το Ελληνικό έθνος έχει συνέχεια πολλών χιλιάδων χρόνων πριν από αυτήν. Αυτή τη συνέχεια θέλουν οι εθνομηδενιστές ιστορικοί (που έχουν βρεί στέγη στην Επιτροπή της Γιάννας Αγγελοπούλου) να κόψουν, για να υπερασπισθούν την άποψη τους, ότι αυτοί που κατοικούσαν στον χώρο που σήμερα λέγεται Ελλάδα, δεν ήταν Έλληνες, αλλά άνθρωποι διαφόρων φυλών, κυρίως σλαβικών, κατά τον ανθέλληνα Φαλμεράϊερ.»[7]

Η σύνθεση της επιτροπής «Τιμή στο ‘21» είναι πολυσυλλεκτική και αποτυπώνει τις ιδεολογικές-πολιτικές διεργασίες που συντελούνται εδώ και μερικά χρόνια στον ευρύτερο εθνικό χώρο υπό την καθοδήγηση πολύ συγκεκριμένων προσώπων (π.χ. Καραμπελιάς, Συρίγος, Καλεντερίδης, Ρινάλντι, Πισσίας, Αξελός, Κασιμάτης κ.ά.). Αυτός ο «νέος εθνικός χώρος» που έχει ανοίξει στην δημόσια σφαίρα και εμφανίζεται ως «ακομμάτιστος» μπορεί να φιλοξενεί από βουλευτές της συμπολίτευσης μέχρι πρώην μαοϊκούς φίλους της ένοπλης πάλης και από πατριώτες διανοούμενους μέχρι καραμπινάτους φασίστες. Η πολιτική λειτουργία αυτής της διακομματικής συναινετικής κίνησης είναι πολύ συγκεκριμένη: ανοίγοντας χώρο στην δημόσια σφαίρα υπέρ της δήθεν «δημοκρατικής πολυφωνίας», ενισχύει τις τάσεις της πολιτισμικής ηγεμόνευσης της Δεξιάς στην διανόηση, παράγοντας στην ουσία μια «πατριωτική μονοφωνία» (απλά με ποικίλες «χροιές») και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό την συζήτηση για το Εικοσιένα –αλλά και κάθε ζήτημα τελικά- ένα εκκρεμές μεταξύ Δεξιάς και Ακροδεξιάς.

Η μιντιακή εκπροσώπηση της ελληνικής alt-right σε μια επιτυχημένη απόπειρα αυτογελοιποίησής της.

WHO IS WHO Κλείνοντας αυτήν τη σύντομη αναφορά και επειδή διάφοροι/ες από τους αναγνώστες/τριές μας ανήκουν στην προσφιλή κατηγορία «φασιστολόγοι/φασιστομελετητές», θα παραθέσουμε μερικά από τα μέλη της επιτροπής «Τιμή στο ‘21» (να μην πάει χαμένος κι ο κόπος μας) ώστε να αποκτήσουμε μια εικόνα για την κινητικότητα και την πολυσυνθετότητα του νέου εθνικού χώρου σε επίπεδο προσώπων. Την ιδρυτική διακήρυξη της εν λόγω επιτροπής, λοιπόν, εκτός κάποιων sui generis σιχαμάτων όπως ο Γιώργος Καραμπελιάς, ο Γιώργος Κασιμάτης και η Αφροδίτη Μάνου υπέγραψαν διάφοροι πρόσφατοι «Μακεδονομάχοι» όπως η Ειρήνη Μαρούπα, Δικηγόρος των Παμμακεδονικών Οργανώσεων και πρώην μέλος ΑΝΕΛ, ο Γιάννης Μαλταμπές, Δικηγόρος και πρόεδρος του «Πατριωτικού Συνδέσμου», ο Ιγνάτιος Γαβριηλίδης, επιχειρηματίας και ιδρυτής του πατριωτικού συλλόγου «Πτολεμαίοι Μακεδόνες», η Δήμητρα Βλαχάκη, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Πολιτικής Συνείδησης (Ε.ΠΟ.Σ) και του συλλόγου «Ανένδοτος Αγώνας για τη Μακεδονία και τη Δημοκρατία» και ο γνωστός Όθωνας Ιακωβίδης, ιδρυτικό μέλος της «Σπίθας» και της οργανωτικής επιτροπής των συλαλλητηρίων για την Μακεδονία. Επίσης διάφοροι φασίστες που προέρχονται από διάφορα μορφώματα του εθνικιστικού χώρου όπως ο Ραφαήλ Καλυβιώτης και ο Χάρης Κατσιβαρδάς, ιδρυτικά μέλη του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, κάποιοι «άγνωστοι» με γνωστή, όμως, παρακρατική δραστηριότητα όπως ο Δαμιανός Βασιλειάδης, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ και επί δύο δεκαετίες πρόεδρος της «Εληνοκουρδικής Ένωσης Φιλίας», διάφοροι συνεργάτες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως ο Κώστας Γρίβας, αμυντικός αναλυτής και φασίστας καραμπίνα, καθηγητής στην Σχολή Ευελπίδων και συντάκτης του προγράμματος για την εθνική άμυνα της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ή ο Θανάσης Μπέλτσος, πρώην συνεργάτης του Πάνου Καμμένου. Τέλος, κάποιοι με πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο του «κόμματος της δραχμής» όπως ο Νίκος Ιγγλέσης, πρώην μέλος του ΠΑΣΟΚ, αρθρογράφος στην ΙΣΚΡΑ και συγγραφέας του βιβλίου «Επιστροφή στην δραχμή: η απάντηση στην ευρω-κατοχή», η Ζωή Γεωργαντά, πρώην μέλος ΔΣ ΕΛΣΤΑΤ (πρωτοστάτησε στην κόντρα με τον Ανδρέα Γεωργίου) και ο Θεόδωρος Κατσανέβας.


[1] Ο απαραίτητος χώρος για αυτό θα δοθεί στον συλλογικό τόμο που ετοιμάζει το πρότζεκτ21, ο οποίος βρίσκεται σε τελικό στάδιο και θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2021.

[2] Για περισσότερα σχετικά με το πολιτικό αποτύπωμα στην διοργάνωση των εορτασμών για τα εκατόχρονα της ελληνικής επανάστασης βλ. Χρήστος Τριανταφύλλου, Ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδος από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και το έργο της Κεντρικής Επιτροπής Εκατονταετηρίδος (1928-1933), Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στο ΠΜΣ Νεότερης και Σύχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Αθήνα 2014. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την αποστολή ψηφιακού αντιγράφου της.

[3] Την ίδια περίοδο βέβαια που στο εσωτερικό του αστικού πολιτικού συστήματος διαγκωνίζονταν οι παραπάνω πολιτικές-καπιταλιστικές τάσεις, η σύγκρουση των οποίων αποτυπώθηκε και στο επίπεδο των εορτασμών για το 1821, πρέπει να σημειώσουμε ότι το ΚΚΕ και οι οργανικοί του διανοούμενοι εξαπέλυαν έναν ανελέητο αγώνα απέναντι στα εθνικά μυθεύματα και την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, οριοθετώντας έναν ξεχωριστό από την εθνική ιστοριογραφία χώρο, στρατευμένο στο πολιτικό συμφέρον της εργατικής τάξης. Η μαρξιστική ιστοριογραφία του Μεσοπολέμου για την ελληνική επανάσταση, σε αντίθεση με την μεταπολεμική, δεν συγχρωτίζεται με την πατριωτική αφήγηση.

[4] Για περισσότερα βλ. Τί είναι και που στοχεύει το πρότζεκτ21, περ. Zero Years, τευχ. 12, Νοέμβρης 2019.

[5] Άγγελος Κωβαίος, Π. Λασκαρίδης: ο πρωθυπουργός να οργανώσει μια «κίνηση των πλουσίων», εφημ. Το Βήμα (29-8-2020).

[6] Βλ. Παραιτήθηκε από την επιτροπή «Ελλάδα 2021» η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου, εφημ. Το Βήμα (26-5-2020).

[7] Διαθέσιμο στο δίκτυο: timisto1821.gr

Γιάνης Κορδάτος: Ο «Θρήνος» της Αγιά – Σοφιάς και η «εθνική συνείδηση» των Ελλήνων (αναδημοσίευση)

Εισαγωγή

του πρότζεκτ21

Αν υπάρχει ένας σταθερός ιδεολογικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ελληνική εξωτερική πολιτική στην ανατολική μεσόγειο τα τελευταία χρόνια, αυτός είναι η περίφημη τουρκική προκλητικότητα, η λειτουργία της οποίας τις πιο πολλές φορές προορίζεται για εντελώς εσωτερική κατανάλωση. Τον περασμένο μήνα η ιδιαίτερη μορφή της υπήρξε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Τουρκίας να μετατρέψει το μουσείο της Αγιά Σοφιάς σε τζαμί. Αμέσως, σύσσωμος ο εγχώριος εθνικός κορμός ξεσπάθωσε για τα ιερά και όσια του έθνους. Είτε προσπαθώντας να εγγράψουν την Αγιά Σοφιά στην ελληνική ιστορία είτε εμφανιζόμενοι ως θεματοφύλακες της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, χριστιανορθόδοξοι και κοσμικοί, καθένας από το δικό του μετερίζι, αναπαρήγαγαν το πολυεπίπεδο αφήγημα των τουρκικών προκλήσεων. Μάλιστα, ο ντόρος που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους επιχειρήθηκε να προβληθεί ως «παγκόσμια κατακραυγή», ενώ στην πραγματικότητα οι όποιες αντιδράσεις διεθνώς, στην πλειοψηφία τους ήταν επιεικώς τυπικές. Χωρίς να θεωρούμε άνευ σημασίας την αξιολόγηση της συγκεκριμένης απόφασης του τουρκικού κράτους, τα μικρό αυτό σημείωμα αφορά στην κατάδειξη του ποιες θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες μιας σύγχρονης προλεταριακής κριτικής. Και στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άλλες από τη σαφή διάκριση των εργατικών συμφερόντων από το άρμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και την κατάδειξη των αντιφάσεων της εκάστοτε εθνικής αφήγησης. Αυτός είναι και ο λόγος που αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Γιάνη Κορδάτου «Ο “Θρήνος” της Αγίας Σοφίας και η “εθνική συνείδηση” των Ελλήνων».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένατο τεύχος του περιοδικού «Νέα Επιθεώρηση: Μηνιαία έκδοση μελέτης, κριτικής και τέχνης» τον Σεπτέμβρη του 1928 και επιχειρεί να τεκμηριώσει τη θέση ότι το δημοτικό τραγούδι του «Θρήνου της Αγιά Σοφιάς» είναι πολύ μεταγενέστερο της εποχής της Άλωσης όπου υποτίθεται ότι γράφτηκε και κάθε άλλο παρά δημοτικό είναι, καθώς η γλώσσα που χρησιμοποιεί, οι στίχοι του αλλά και το εθνικό αφήγημα που εμπερικλείει είναι ολότελα ξένα με τα δεδομένα της περιόδου. Ήδη, στο επόμενο τεύχος του περιοδικού ο Ε. Δημητρίου δημοσίευσε το κείμενο «ο θρήνος της Πόλης» ασκώντας κριτική στα επιχειρήματα του Κορδάτου παρότι συμμερίζεται τις προθέσεις του, για να απαντήσει εκ νέου ο Κορδάτος στο εντέκατο τεύχος με το κείμενο «ο θρήνος της Πόλης και η γένεσή του»[1] όπου ανταπαντά στις κριτικές θέσεις του Δημητρίου, εμμένοντας στα αρχικά του συμπεράσματα.

Έχει σημασία να τονίσουμε ότι παρότι έχουμε να κάνουμε με μια δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ διανοουμένων των 20’s σε σχετικό περιοδικό, η όλη συζήτηση κάθε άλλο παρά «φιλολογική» είναι. Στις αρχές αυτής της δεκαετίας έχουμε τη συντριβή των ελληνικών στρατευμάτων στην τουρκική ενδοχώρα, όπου σηματοδοτούν και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της συγκροτητικής ιδεολογίας του ελληνικού κράτους που αποτέλεσε το βασικό αφήγημα που συνόδευσε τον ελληνικό επεκτατισμό για περίπου έναν αιώνα. Η εμπειρία ενός πολέμου που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία (από τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο μέχρι την ήττα του μικρασιατικού μετώπου) ήταν καθοριστική για την πορεία του εργατικού κινήματος και του νεαρού τότε ΣΕΚΕ. Επίσης, την περίοδο 1925-1926 διεξήχθησαν οι δίκες για το Μακεδονικό κατά της ηγεσίας και στελεχών του ΚΚΕ λόγω της υιοθέτησης της γραμμής της Γ’ Διεθνούς για αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Θράκης. Η αντιπαράθεση, λοιπόν, με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία δεν ήταν κάποιο αφηρημένο θεωρητικό ζήτημα, αλλά είχε μείζονα υλικά διακυβεύματα για την εργατική τάξη.

 Ο Κορδάτος, παρότι ήταν ήδη εκτός κόμματος από το 1927 λόγω της διαφωνίας του με τη γραμμή για το Μακεδονικό, παρέμεινε σταθερά συνεπής στην κριτική της εθνικής ιδεολογίας. Όντας μέλος της κεντρικής επιτροπής και γενικός γραμματέας του ΣΕΚΕ, ξεκινάει το 1922 το γράψιμο της «Κοινωνικής σημασίας της ελληνικής επανάστασης του 1821», έργο το οποίο εκδίδεται το 1924 προκαλώντας πάταγο: μαθητές γυμνασίων αποβάλλονταν ή τιμωρούνταν αν διάβαζαν το βιβλίο, απαγορεύτηκε από τη δικτατορία του Πάγκαλου, ενώ η Ιερά Σύνοδος έφτασε ένα βήμα πριν τον αφορισμό του αλλά προτίμησε να αναθέσει στον θεολόγο Π. Ν. Τρεμπέλα να συντάξει μια απαντητική μελέτη όπου θα «αποδείξει πως η θεωρία του ιστορικού υλισμού και ο μαρξισμός είναι “έωλα κατασκευάσματα”»[2]. Η σημασία του βιβλίου είναι πολύ μεγάλη καθώς είναι από τις πρώτες φορές[3] που εμφανίζεται στην Ελλάδα ένα κείμενο, και μάλιστα ιστορικό, που επιχειρεί να εφαρμόσει τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Το αν αυτό έγινε πετυχημένα είναι σίγουρα ένα ζήτημα, καθώς πολλές φορές φαίνεται να εφαρμόζει έτοιμα θεωρητικά σχήματα πάνω στην εκάστοτε ιστορική περίοδο. Παρότι το ψάξιμο σε αρχεία και ιστορικές πηγές ήταν αρκετά πρωτοποριακό για την εποχή του, ο Κορδάτος οδηγήθηκε από το «ιστορικό βάθεμα στο χρονικό άπλωμα»[4], με ό,τι συνέπειες έχει αυτό για την εγκυρότητα των συμπερασμάτων του.

Παρόλα αυτά η σημασία του έργου του είναι τεράστια, καθώς για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε το Παπαρρηγοπούλειο αφήγημα της «τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνισμού», μια αντίληψη πλειοψηφική μέχρι σήμερα. Και παρά τις μετατοπίσεις του ίδιου σε ζητήματα όπως ο χαρακτήρας του ελληνικού κράτους ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’20[5], η κριτική του έθνους ως ιστορική – κοινωνική κατασκευή της νεωτερικότητας είναι κάτι που εμφανίζεται σταθερά μέσα στο έργο του.

*Οι υποσημειώσεις (6-10) στο άρθρο του Γιάνη Κορδάτου μεταφέρθηκαν αυτούσιες από το πρωτότυπο.

Ο «Θρήνος» της Αγιά – Σοφιάς και η «εθνική συνείδηση» των Ελλήνων

Είναι φως φανερό ότι την νεοελληνική την ιστορία οι επίσημοι και ανεπίσημοι «ιστορικοί» της κυρίαρχης τάξης, από πολλά τώρα χρόνια προσπαθούν να την πλαστογραφήσουν. Ο Παπαρρηγόπουλος γράφει την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Ο «μεγάλος» ιστορικός κάνοντας εθνική προπαγάνδα ξεχνάει πως στην αρχαία εποχή δεν υπήρχε «έθνος» ούτε ελληνικό, ούτε ρωμαϊκό, ούτε φοινικικό, ούτε κανένα άλλο. Τότες, στα χρόνια εκείνα υπήρχανε φυλές. Το «έθνος» είναι, ας το πούμε έτσι, προϊόν της νεότερης ιστορικής εξέλιξης. Γεννήθηκε μαζί με τον αστισμό. Το τονίσαμε κι αλλού (στην Εισαγωγή της «Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας» μας) πως όταν λέγαν οι αρχαίοι έθνος δεν εννοούσαν αυτό που εννοούμε εμείς σήμερα. Γι’ αυτό λέγανε «έθνος μελισσών, μυγών, ορνίθων» και τα τέτοια. Δηλαδή εννοούσανε με την λέξη έθνος το μπουλούκι, το κοπάδι. Αυτό όμως που λέμε σήμερα έθνος είναι μετάφραση του γαλλικού nation[6].

Ας είναι. Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Η επίσημη ιστορική επιστήμη έχει συμφέρον να πλαστογραφεί την νεοελληνική ιστορία. Πρέπει να αποκοιμάται, να αφιονίζονται οι μάζες. Η ιστορική επιστήμη, όπως κι όλες οι πνευματικές επιστήμες πρέπει να υπηρετούν τους σκοπούς της κυρίαρχης τάξης. Αυτό που γίνεται παντού, γίνεται και σε μας. Γι’ αυτό αυτοί (οι επίσημοι κι ανεπίσημοι ιστορικοί) τη δουλειά τους, κι εμείς τη δική μας.

*

Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν γράψαμε την Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία (κοίτα σελ. 22 -23 υποσημ.) σταματήσαμε στο Θρήνο της Πόλης. Δεν τον ξαναντιγράφουμε εδώ γιατί, ποιος λίγο ποιος πολύ, από το σχολείο το θυμόμαστε, ή καλύτερο θα θυμόμαστε το στίχο που λέει για την «Αγιά Σοφιά που χε τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος» ή πάλι τον τελευταίο στίχο,  που όλοι οι νεοέλληνες «ρήτορες» της 25 του Μάρτη τόνε βροντοφωνάζουνε σα μοτίβο στους δεκάρικους προπολεμικούς λόγους τους, που λέει πως: «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι». Σταμάτησα λοιπόν στο τραγούδι αυτό που είναι γνωστό με όνομα ο Θρήνος της Αγιά Σοφιάς γιατί έχει πολύ σημασία η χρονική καταγωγή του. Μας κατατοπίζει σε πολλά ζητήματα. Αν είναι πολύ παλιό, αν γράφτηκε ή φτιάχτηκε στο τέλος του 15ου αιώνα, ως ένα σημείο δείχνει πως από τότες υπήρχε «εθνική συνείδηση» στους ρωμιούς. Ας το εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα με το φακό της ιστορικής πραγματικότητας.

Η ιστορική παράδοση ή καλύτερα η πανεπιστημιακή και η άλλη μισοεπίσημη ιστορική διδασκαλία, τοποθετούν το Θρήνο στα πρώτα χρόνια της Άλωσης. Ο Ν. Πολίτης μάλιστα (στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού» εκδ. β’ Αθην. 1925) γράφει πως «ο Θρήνος συνετάχθη ευθύς μετά την άλωσιν». Αυτή είναι και η γνώμη που επικρατούσε ως το 1925. Η γνώμη αυτή για πρώτη φορά καταπολεμήθηκε από μένα στην Εισαγωγή της «Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας» μου. Τα επιχειρήματά μου δεν μπόρεσε κανένας να τα κλονίσει από τους κριτικούς μου. Ένας κάποιος Απ. Δασκαλάκης που έγραψε κιόλας ένα ολόκληρο βιβλίο για ν’ αναιρέσει τον Κορδάτο με την ιδέα να τσιμπολογήσει το βραβείο της περίφημης Ακαδημίας των Αθηνών, γράφει ό,τι του κατέβει. Άρες μάρες κουταμάρες, όπως όλοι δα οι κριτικοί μου.

Ας ξαναθυμίσω στον αναγνώστη μου τι έγραφα στην Εισαγωγή του βιβλίου μου που αναφέρω παραπάνω.

“Για μένα ο Θρήνος δεν συντάχθηκε ευθύς αμέσως μετά την Άλωσιν» μα στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να που στηρίζω την τέτοια γνώση μου. Πρώτα η γλωσσική μορφή του μαρτυράει πως φτιάχτηκε ή γράφτηκε τον 18ο ή 19ο αιώνα. Η γλώσσα (και η ομιλούμενη) του 15ου αιώνα δεν είναι η καθαρή δημοτική του Θρήνου. Δεύτερο κανένας αρθρογράφος δεν το αναφέρει. Τρίτο ο στίχος «μον’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά ναρτούνε τρία καράβια» αν γραφότανε τον 15ο αιώνα και ευθύς μετά την Άλωσιν δεν θα γραφότανε έτσι γιατί ο πολύς Λαός μισούσε τους Φράγκους από θρησκευτικές αιτίες (σχίσμα) και από πολιτικές (σταυροφορίες). Άρα ο ποιητής του κι αν είτανε από το φιλολατινικό κόμμα του Βησσαρίωνα πάλι δεν θα έβαζε τον στίχο αυτόνε έτσι κι αν τον έφτιανε πάλι ο λαός από το μίσος του στους Φράγκους δεν θα έκανε λαϊκό το τραγούδι αυτό κι έτσι γρήγορα θα ξεχνιότανε. Τέταρτο ο στίχος «γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» δείχνει πως ο θρήνος φτιάχτηκε αργότερα. Δηλαδή ύστερα από τον 16ο αιώνα που μια μερίδα του ανώτερου Κλήρου προπαγάνδιζε την ίδια Ιδέα. Σαν τον περίφημο πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμο που έγραψε ολόκληρο βιβλίο (παραίνεση) στο οποίο λέει πως ο Θεός τιμώρησε του Γραικούς κι έστειλε τους Οθωμανούς. Πέμπτο ο ίδιος στίχος που προαναφέραμε για τη Φραγκιά δείχνει ακόμα πως φτιάχτηκε όταν οι Έλληνες έμποροι στην Ευρώπη άρχιζαν να σκέπτονται μια εθνική εξέγερση με τη βοήθεια του Φράγκου…

Υποψιάζομαι ακόμη μην τυχόν ο Θρήνος είναι δημιούργημα μετεπαναστατικό, φτιάχτηκε δηλαδή στο Εικοσιένα ή και πιο ύστερα. Αυτή μου την υποψία την ενισχύει η γλωσσική του η μορφή και το γεγονός πως σε καμιά προκήρυξη των αγωνιστών και αρχηγών του 21 δεν αναφέρεται, ενώ αν ήταν γεγονός, αν ήταν λαϊκός θα έπρεπε να είναι το μοτίβο των εθνικών προκηρύξεων για την επιβλητική του δύναμη που θα ασκούσε στις λαϊκές μάζες. Κι έχουμε κιόλας παράδειγμα πως τραγούδια (σύγχρονα όπως το: Μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω)[7] πέρασαν για δημοτικά και για τέτοια μπήκανε στις συλλογές του Φοριέλ, Πάσσοβ, Ζαμπέλιου κ. αλ. Αν δε ο Ν. Πολίτης δεν το έπαιρνε μυρωδιά θα περνούσανε και σήμερα ακόμα για γνήσια δημοτικά.

Στα παραπάνω επιχειρήματα θα μπορούσα συμπληρωματικά να προσθέσω και τούτα:

Ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) ούτε κι αυτός κάνει λόγο πουθενά για το Θρήνο. Μα και ο Παπαρρηγόπουλος που στην ιστορία του (Ε’ τόμος) αντιγράφει πολλά δημοτικά τραγούδια για να δείξει το προεπαναστατικό «εθνικό αίσθημα» κι ακόμα και το «μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω» δεν κάνει καθόλου λόγο για το Θρήνο κι ούτε τον αναφέρει πουθενά. Μόνο αντιγράφει πολλούς στίχους από το Χρονικό της Ρόδου γραμμένο από τον ποιητή Γεωργιλά[8] χωρίς να λέει ούτε λέξη για το Θρήνο της Αγιάς Σοφιάς και το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι». Η σιωπή αυτή του Παπαρρηγόπουλου σαν κάτι να μαρτυράει. Είναι ύποπτη όπως θα λέγαμε σήμερα.

Κι ο Φοριέλ ακόμα στη συλλογή του (“Chants populaires de la Grece modern” τομ. Α’ –Β’ εκδ. 1824 – 1985) στη σελίδα 337 (Β’ τόμου) γράφει με κάποια επιφύλαξη για τη χρονική καταγωγή του Θρήνου: «Μα, λέει, (το τραγούδι αυτό) κι απ’ άλλη άποψη έχει ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα  για την αρχαιότητά του. Γιατί αν και στη σημερινή του μορφή δεν φτάνει ως τα χρόνια της Άλωσης της Πόλης (σημ. υπογρ. Κορ.) ωστόσο υπάρχουν μέσα σ ’αυτό στοιχεία που να μας πείθουν πως είναι μίμηση, ηχώ, για να πούμε έτσι, κάποιου από τα λαϊκά τραγούδια…». Βλέπουμε πως κι ο Φοριέλ διστάζει να παραδεχτεί πως είναι ατόφιο από τα χρόνια της Άλωσης.

Μα εκείνο που μας κάνει περισσότερο να επιμένουμε στα παραπάνω επιχειρήματά μας είναι οι πολλές του παραλλαγές. Η συλλογή του Φοριέλ αρχίζει:

Πήραν την πόλιν, πήραν την! Πήραν την Σαλονίκην!

Πώς ήταν όμως δυνατόν αν το τραγούδι αυτό ήταν παλιό, γραμμένο από άγνωστο ποιητή «ευθύς μετά την Άλωσιν» να αναφέρει το πάρσιμο της Πόλης σα σύγχρονο γεγονός με το πάρσιμο της Σαλονίκης; Έπειτα ο στίχος:

«Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι»

Είναι δυνατόν να είναι παλιός, δηλαδή να έχει σχέση με το μεγάλο ιστορικό γεγονός της Άλωσης, αφού η Αγιά Σοφιά δεν ήταν μοναστήρι μα σα να πούμε η «Μητρόπολη της Ορθοδοξίας»! Ο λαϊκός ποιητής που θα ζούσε στα μέσα του 15ου αιώνα ποτέ του δεν θα έκανε τέτοια σύγχυση. Μα και ο τελευταίος στίχος:

Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θαναι!

Οι άλλες συλλογές είναι διαφορετικές:

Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά σας είναι! Ή Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά σου είναι. Δηλαδή στην πρώτη παραλλαγή το «δικά μας θαναι» σημαίνει πως η Αγιά Σοφιά κλπ θα ξαναγίνουν ελληνικά. Στη δεύτερη επάνω κάτι το ίδιο νόημα βγαίνει. Στην τρίτη το «δικά σου είναι» εννοεί ότι θα γίνει η Αγιά Σοφιά χριστιανική.

Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι παραλλαγές. Υπάρχουν κι άλλες. Η παραλλαγή της Τραπεζούντας (κι εδώ πάλι σημειώνουμε πως υπάρχουνε δύο σπουδαίες παραλλαγές) μας παρουσιάζει ένα θρήνο αλλιώτικο. Μα εκείνο που κάνει εντύπωση από το θρήνο αυτόν είναι η γλωσσική του μορφή. Η γλώσσα του είναι παραφθαρμένη ελληνική, και το σπουδαιότερο, έχει πολλές ξένες λέξεις: πορτάρους, δίκλοπους κι ακόμα και τουρκικές: αφέντην, σερασκέρ = αντιστράτηγο ή εκείνος είχε μενχεμέν ρωμαίους αφεντάδες = εκείνος (ο Βασιλέας) είχε κριτές ρωμαίους προύχοντες.

Οι ξένες αυτές λέξεις και μάλιστα οι τούρκικες δε δείχνουν πως ο Θρήνος της Τραπεζούντος φτιάχτηκε πολύ αργότερα, όταν πέρασαν χρόνια πολλά, ύστερα από δύο τρεις αιώνες ίσως, όταν δηλαδή η τουρκική γλώσσα άρχισε να επηρεάζει την ελληνική. Βέβαια, το πάρσιμο της πόλης από τους Τούρκους δεν λέμε πως δεν έκανε εντύπωση στους χριστιανούς. Κάθε άλλο. Έχουμε κιόλας ένα θρήνο[9] παλιό (από ανέκδοτα χειρόγραφα του 15ου αιώνα που τα δημοσίευσε ο Λεγκράν στο 1875 εκδ. Maisoneusse et Cie, Paris) που και στη γλώσσα και στο νόημά του μας δίνει ζωντανή τη θλίψη του άγνωστου ποιητή από το πάρσιμο της Πόλης.

Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα της «εθνικής συνείδησης». Κάνουμε το χατίρι στους σοφολογιότατους ιστορικούς μας και παραδεχόμαστε πως ο θρήνος για το πάρσιμο της Πόλης φτιάχτηκε «ευθύς μετά την άλωσιν». Μπορούμε τώρα από το περιεχόμενό του να βγάλουμε το συμπέρασμα πως ο θρήνος αυτός μαρτυράει την «υπάρχουσα εθνική συνείδηση»; Κι από την άποψη αυτή η κριτική του ανάλυση δε μας δίνει κανένα τέτοιο επιχείρημα. Το τραγούδι αυτό, όσο παλιό κι αν το πάρουμε, δεν μαρτυράει καμιά «εθνική συνείδηση». Είναι μια κλάψα, ένα μοιρολόι παπαδίστικο. Δεν δείχνει την «εθνική» αντίθεση ανάμεσα τούρκων και ρωμιών μα τη «θρησκευτική». Όσο δε κι αν παραδεχτούμε πως η θρησκεία στα χρόνια της τουρκοκρατίας σκέπαζε και τον εθνικισμό, στην περίπτωση αυτή είναι τόσο φτιαχτό το περιεχόμενο του θρήνου ώστε να μη μας δίνει καμιά τέτοια σχετική εξήγηση. Το μόνο που βγαίνει από το διάβασμά του είναι η τάση να συμφιλιωθούμε θρησκευτικά με τους Φράγκους, τάση που δεν αντικαθρεπτίζει τις πολιτικές ζυμώσεις που γίνονταν στα χρόνια του Βησσαρίωνα για μια συνεννόηση με τους Φράγκους (Πάπα)[10] μα τις πολιτικές βλέψεις της προεπαναστατικής εποχής, όντας είχε πια εκφυλιστεί το θρησκευτικό μίσος ενάντια στους Φράγκους και οι Έλληνες περίμεναν βοήθεια από τη Δύση και κυρίως από τη Γαλλική Δημοκρατία. Έπειτα, το αποδείξαμε αλλού (κοίτα πρώτο κεφάλαιο το βιβλίο μας «Η κοινωνική σημασία της Ελλην. Επανάστασης») πως στα χρόνια που η Πόλη πάρθηκε από τους Τούρκους, οι λαϊκές μάζες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περίμεναν για σωτήρα τους τον Τούρκο καταχτητή.

Ήταν λοιπόν δυνατό στα χρόνια εκείνα να υπάρχει μια αντίθετη «εθνική συνείδηση» αφού πρώτα από όλα έλειπε η βάση της, το «έθνος»; Ή μήπως το Βυζαντινό κράτος ήταν «έθνος», με τη σύγχρονη σημασία της λέξης αυτής, Έλληνικό;

Γι’ αυτό το ζήτημα ίσως σ’ άλλο μας σημείωμα μιλήσουμε.

Ο Γιάνης Κορδάτος (1891-1961)

[1] Και τα τρία κείμενα μπορούν να βρεθούν στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του ΑΣΚΙ: http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=7909 , http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=7959 , http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=8015

[2] Κορδάτος Γιάννης, Η κοινωνικής σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821, 1974, Επικαιρότητα, σελ. 11.

[3] Πρώτη τέτοια προσπάθεια θεωρείται  «Το Κοινωνικό μας ζήτημα» του Γ. Σκληρού που εκδόθηκε το 1907.

[4] Κορδάτος Γιάννης ό.π. σελ. 14.

[5] Για πιο πολλά σχετικά με τη θεωρητική μετατόπιση του Κορδάτου για τον αστικό ή μη χαρακτήρα του ελληνικού κράτους βλ. Γιάννης Μηλιός, O «σοβιετικός μαρξισμός» και οι Έλληνες στοχαστές, 2017, έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών, βλ. κεφάλαιο 3 (Α’ έκδοση 1996, Εναλλακτιές Εκδόσεις).

[6] Κοίτα ανάλυση του θέματος αυτού στην Εισαγωγή της Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας μας.

[7] Είναι παρμένο από τον Π. Λάμπρο. Κοίτα Ν. Πολίτη «Γνωστοί ποιητοί δημοτικών ασμάτων» (τομ. Α’) εκδόσεις Παρνασσού. Αθην. 1925.

[8] Το «Χρονικό» της Ρόδου πριν από λίγα χρόνια ακόμα θεωρούνταν ως πραγματικός Θρήνος και ως τέτοιο τον παίρνει και ο Παπαρρηγόπουλος.

[9] Με τον τίτλο «Το ανακάλημα της Κων/λεως».

[10] Στην εποχή της Άλωσης ήταν τόσο μεγάλο το ρεύμα ενάντια σε κάθε ιδέα συμφιλίωσης με τους Φράγκους (τον Πάπα) ώστε να γίνει πολιτικό δόγμα το γνωστό «κρειττότερόν ἐστιν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἢ καλύπτραν λατινικήν».

Ο κόμης με τα ψηλά ρεβέρ

Διαδρομές του Ιωάννη Καποδίστρια στην ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Traverso Antifa, τεύχος 2, Ιούνης 2020.

Ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831), η εμβληματική φυσιογνωμία του οποίου με το άσπρο χτενισμένο μαλλί και τα ψηλά λευκά ρεβέρ κοσμούσε επί δεκαετίες το ένδοξο εθνικό χαρτονόμισμα των 500 δραχμών, βρέθηκε για μερικές μέρες στις αρχές του Μάη στον αφρό της επικαιρότητας. Αφορμή στάθηκε μία ανάρτηση στο twitter ενός μέλους της «Επιτροπής Ελλάδα 2021», του Αριστείδη Χατζή, που «τόλμησε» να τον χαρακτηρίσει «δικτάτορα». Και επειδή, ως γνωστόν, η εθνική διανόηση ως πνευματική μπροστάρισσα της ελληνικής κοινωνίας εμφορείται από αδιαπραγμάτευτα δημοκρατικά αισθήματα, δεν άργησε να σηκωθεί ο συνήθης εκτυφλωτικός κουρνιαχτός της εθνικιστικής δημαγωγίας, ο οποίος για ακόμα μία φορά κινήθηκε γύρω από τις μετριοπαθείς επιφυλάξεις «ξεπουλάτε την ιστορία μας» και τα συναφή.

Μέσα στις 2000 λέξεις που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε κάτι δύσκολο: να μιλήσουμε για τον Ιωάννη Καποδίστρια κοιτώντας όχι τον ίδιο, αλλά την ιστορία κάποιων ενδεικτικών απόψεων που σχηματίστηκαν για αυτόν μέσα στα τελευταία 100 χρόνια στους κόλπους της ελληνικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας. Εισαγωγικά θα δούμε την άποψη που είχαν για τον κόμη με τα ψηλά ρεβέρ κάποιοι άνθρωποι της εποχής του, με άρτια εικόνα για την διεθνή κατάσταση, προσανατολισμένη στα συμφέροντα της ευρωπαϊκής προλεταριακής επανάστασης (Μαρξ και Ένγκελς). Στην συνέχεια θα δούμε πως έγινε αντιληπτός ο Ιωάννης Καποδίστριας από τρεις σημαντικούς εκπροσώπους της μαρξιστικής ιστοριογραφίας και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (Κορδάτος, Ζέβγος και Μάξιμος) και πως οι απόψεις τους αρθρώθηκαν με αυτές του Άρη Βελουχιώτη. Κατόπιν θα εντοπίσουμε τις μετατοπίσεις που ξεκίνησαν να εμφανίζονται από την δεκαετία του 1950 όλο και εντονότερα στην κυρίαρχη αντίληψη των Ελλήνων μαρξιστών διανοούμενων για τον Καποδίστρια, καθώς και την σχέση αυτών των μετατοπίσεων με την αλλαγή γραμμής στην πολιτική στρατηγική του ΚΚΕ (Στρίγκος, Βαλέτας, Λιγνάδης κ.ά). Τέλος, θα δούμε πως αποκρυσταλλώθηκε η εγχώρια μαρξίζουζα άποψη για τον Καποδίστρια μεταπολιτευτικά και αν υπάρχει, τελικά, κάτι που μπορούμε να μάθουμε απ’ όλα τα παραπάνω.

Ο «infamous» Καποδίστριας

Η γενική γνώμη των Marx και Engels για την «ελληνική επανάσταση» ήταν ότι η τελευταία αποτελούσε μία ακόμα πράξη στο θέατρο της ρωσσικής παρεμβατικότητας στα εσωτερικά ζητήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με απώτερο σκοπό την διάλυση αυτής και την εγκατάσταση ελεγχόμενων κρατικών ή ημικρατικών θυλάκων που θα προωθούσαν τα συμφέροντα του τσαρικού επεκτατισμού στα Βαλκάνια. Με τα λόγια του ίδιου του Engels «η επανάσταση θα ήταν αδύνατη δίχως την ρωσσική επιρροή και το ρωσσικό χρυσάφι». Αντίστοιχα η γνώμη του Marx, έτσι όπως εκφράστηκε μέσα από την συστηματική και ενδελεχή αρθρογραφία του στον Τύπο της εποχής και την αλληλογραφία του με τον Engels ήταν ότι με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, πρωταρχικά ωφελημένη βγήκε η Ρωσσία και ως ακαταμάχητο πειστήριο θεωρούσε την εκλογή του Καποδίστρια στην θέση του Κυβερνήτη. Έγραφε επ’ αυτού στον Engels στις 3-5-1854:

Θα με βόλευε πολύ αν έπαιρνα τώρα από εσένα κάμποσον ανεφοδιασμό για την Tribune, γιατί ασχολούμαι πολύ με αυτό το βάσανο, την ιστορία του νεοελληνικού κράτους και μαζί τον king Όθωνα, όμως θα μπορέσω να παρουσιάσω το αποτέλεσμα μόλις σε δύο βδομάδες, ίσως σε μια σειρά άρθρων. Ο Μεταξάς, που ήταν Έλληνας πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη και συνωμοτούσε εκεί, ήταν κύριο όργανο του infamous Καποδίστρια.[1]

                Στα μάτια των Marx και Engels, λοιπόν, ο τέως Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου είναι «κακόφημος» (infamous) και συνεχίζει να αποτελεί ένα μίσθαρνο όργανο της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής όταν αναλαμβανει χρέη Κυβερνήτη στο νεοσύστατο ελληνικό «κράτος». Αυτό έχει σημασία να τονιστεί διότι η ελληνική εθνική ιστοριογραφία[2] έχει καταφέρει να απογυμνώσει την διακυβέρνηση Καποδίστρια από το βαρύ φιλορωσσικό φορτίο που έφερε, ανακαλύπτοντας μια δήθεν «ρήξη» του ίδιου περί τα 1822 με την τότε εξωτερική πολιτική του Ρώσσου αυτοκράτορα. Υπ’ αυτή την έννοια, έχει επιτευχθεί το αδιανόητο: ο ερχομός του Καποδίστρια στην Ελλάδα κατόπιν πρόσκλησής του από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 έχει πλαισιωθεί  από τον «άδολο πατριωτισμό» του και μόνο, αποκόπτωντας ολότελα την ιστορική δράση του από την δύναμη που τον ανέθρεψε πολιτικά από το 1801 και την οποία υπηρέτησε με προσήλωση ήδη από τα πρώτα βήματα της διπλωματικής σταδιοδρομίας του στην βραχύβια Ιόνιο (Επτανήσο) Πολιτεία: την δεσποτική ρωσσική αυτοκρατορία.

                Ο «ανυπόληφτος» Καποδίστριας

                Η τύχη του ονόματός του στην ντόπια αριστερά έχει ενα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μετά τον Σκληρό, ο οποίος θεώρησε ότι ο Καποδίστριας προσπάθησε να καταστρέψει την φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση της επανάστασης[3], η πρώτη τεκμηριωμένη μαρξιστική άποψη που εισάγεται για αυτόν προέρχεται από τον Γιάννη Κορδάτο και την περίφημη «Κοινωνική σημασία της ελληνικής επανάστασης»[4], γραμμένη στην 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Εκεί ο Κορδάτος, επιχειρώντας να εφαρμόσει τα μαρξιστικά ιστοριογραφικά σχήματα (ασχέτως πόσο επιτυχημένα το έκανε), εννοήσε την ελληνική επανάσταση ως μια φιλελεύθερη μαζική εξέγερση υπό την ηγεσία της επαναστατικής εθνικής αστικής τάξης ενάντια στο παλιό καθεστώς. Υπ’ αυτήν την οπτική, ο Καποδίστριας δεν θα μπορούσε να ήταν τίποτα άλλο από έναν γνήσιο εκπρόσωπο του ανατολικού δεσποτισμού, του απολυταρχικού πνεύματος και της τσαρικής αντίδρασης. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Σεραφείμ Μάξιμος, ο οποίος υπερασπιζόμενος τον αστικό χαρακτήρα της επανάστασης, θεωρούσε ότι η Ρωσσία ήθελε «μιαν Ελλάδα μοναρχική και συγκεντρωτική, κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, και ο Καποδίστριας ήλθε για να επιβάλει αυτό ακριβώς το καθεστώς»[5].

                Κάθετη γνώμη για τον κερκυραίο κόμη δεν δίστασε να εκφράσει την ίδια περίοδο και ο Γιάννης Ζέβγος, μέσα από το εμβληματικό για την ιστορία της ελληνικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας έργο του «Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας». Έγραφε εκεί ενδεικτικά:

Ο ρόλος της αστικοτσιφλικάδικης διπλωματίας ήταν ολότελα επουσιώδης. Στάθηκε σημαντικός μόνο στο να βάλει τις βάσεις της οικονομικής υποδούλωσηςτης Ελλάδας και να την παραδώσει στον  τσαρικό υπάλληλο Καποδίστρια.[6]

Και λίγο παρακάτω:

Ο Καποδίστριας αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεια της ελληνικής ζωής τα περιφρονούσε, όπως μισούσε και τον ελληνικό λαό, τις επαναστατικές παραδόσεις, τους προοδευτικούς του θεσμούς. Ξεκομμένος από την πραγματικότητα, δούλευε σαν πράχτορας του Τσάρου και θαυμαστής του να κάνει την Ελλάδα πρωτοπόρο ρωσσικό Κυβερνείο στη Μεσόγειο. Ο Μαρξ τον αποκαλεί «ανυπόληφτο Καποδίστρια». Είναι αυτονόητο γιατί η ελληνική αντίδραση, ο μεταξικός φασισμός ζητούσαν να εξιδανικέψουν την αντιδραστική αντιλαϊκή διχτατορία του Καποδίστρια.[7]

Οι στιβαρές ιστορικές γνώμες της παραπάνω κομμουνιστικής τριανδρίας λειτούργησαν για αρκετά χρόνια ως θεμέλιο για τις κατοπινές θεωρητικές επεξεργασίες των μελών του κόμματος. Ενδεικτικά, κατα την εκφώνηση του περίφημου «Λόγου στην Λαμία» στις 22 Οκτώβρη 1944 ο Άρης Βελουχιώτης είπε:

Ο Γιάννης Καποδίστριας, που μας τον παρουσιάζουν στα σχολεία σαν μεγάλο και τρανό, με προτομές και πορτραίτα, είναι ο πρώτος καταστροφέας της Ελλάδας. Μα ό,τι έκανε, δεν το έκανε σαν Καποδίστριας, μα σαν εκπρόσωπος όλης της ελληνικής αντίδρασης.[8]

              Ο «κοινωνικός» Καποδίστριας

Οι πρώτες θεμελιώδεις μετατοπίσεις στον τρόπο με τον οποίο γινόταν αντιληπτή η φύση της επανάστασης του 1821 από το ΚΚΕ συντελέστηκαν στην 6η ευρεια Ολομέλεια του κόμματος τον Γενάρη του 1934[9] και αποκρυσταλώθηκαν αργότερα με το άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη με τίτλο «Ο Μαρξισμός-Λενινισμός στην Ελλάδα» που δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ το 1946. Εκεί εισήχθη μια πολύ ορισμένη αντίληψη για την ιστορική φύση του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου ως «καπιταλιστικού με έντονα φεουδαρχικά υπολείμματα» και εγκαταλείφθηκε η άποψη ότι το οικονομικό σύστημα της χώρας ήταν ένας «ολοκληρωμένος καπιταλισμός». Κατ’ επέκταση, εγκαταλείφθηκε και η πρώιμη κορδάτεια άποψη, ότι δηλαδή η ελληνική επανάσταση ήταν έργο της επαναστατικής αστικής τάξης. Στον αντίποδα υιοθετήθηκε η ιστορικίστική άποψη ότι η αστική τάξη της επανάστασης δεν κατάφερε να ανατρέψει συνολικά το παλιό καθεστώς, συμμάχησε με τους κοτζαμπάσηδες και οργάνωσε την νεότερη πολιτική εξουσία της χώρας, η οποία διατήρησε έναν χαρακτήρα «αστικοτσιφλικάδικο».

                Πάνω σε αυτή την μετατόπιση, η οποία είναι σαφές ότι δεν προήλθε από κάποιον οντολογικό αναστοχασμό για την ελληνική ιστορία, αλλά εξαρτήθηκε από την αναπροσαρμογή της πολιτικής στρατηγικής του κόμματος στον Μεσοπόλεμο, την πολιτική των «λαϊκών μετώπων» και την τυφλή υποταγή στις εντολές του ΚΚΣΕ, χτίστηκαν μια σειρά νέες, αναπροσαρμοσμένες αντιλήψεις του ΚΚΕ για την ελληνική ιστορία όπως π.χ. αυτές για τον Μακρυγιάννη, την «κλεφτουριά» κ.ά.[10] Κατ’ αντιστοιχίαν στην περίπτωση Καποδίστρια, άρχιζαν να εμφανίζονται νέες μελέτες που δεν στέκονταν στην αυταρχική διακυβέρνηση του κερκυραίου κόμη, αλλά υπερτόνιζαν (συχνά εφευρίσκοντας) τα στοιχεία της «κοινωνικής πολιτικής του, επιχειρώντας την αποκατάστασή του σε ένα ευρύτερο αριστερό ακροατήριο[11].

Έτσι ο Λεωνίδας Στρίγκος, σε μια μελέτη του 1953 που χρησίμευε ως βοήθημα σε σχολές πολιτικών προσφύγων που είχαν καταφύγει στις λαϊκές δημορατίες, έγραφε ότι «δεν αντέχει στην ιστορική αλήθεια ο ισχυρισμός πως ο Καποδίστριας ήταν Ρώσσος ανθύπατος»[12]. Ο Τάσος Λιγνάδης υποστήριζε ότι «ο Καποδίστριας στην προσπάθειά του να στηρίξει την πολιτική του απόπειρα για εθνική χειραφέτηση στις πλατιές αγροτικές μάζες συναντά την αντίδραση των δυτικών δυνάμεων», ο Βασίλης Φίλιας ήθελε να εντάξει τον «παρεξηγημένο μέγα ηγέτη του Ελληνισμού» στην παράδοση του Γιακωβινισμού, ενώ ο Δημήτρης Βαλέτας[13] και ο Τάσος Βουρνάς επιχείρησαν με τον τρόπο τους να μετριάσουν την αντιδραστική φύση της καποδιστριακής διακυβέρνησης και του ρωσσικού κόμματος, τονίζοντας τον «προδοτικό» ρόλο του αγγλικού κόμματος και ειδικά του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, κύριου πολιτικού αντιπάλου του κερκυραίου κόμη.

Η ίδια γραμμή άποψης συνεχίστηκε και μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών, τόσο στους κόλπους του «ορθόδοξου μαρξισμού» όσο και μέσα στους κύκλους της ανανεωτικής αριστεράς. Οι μεν «ορθόδοξοι», μέσω των επίσημων κομματικών οργάνων επιχείρησαν μια συστηματική θετική αποτίμηση του καποδιστριακού έργου[14] και του ρόλου της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής στην έκβαση της επανάστασης. Ενδεικτική αυτής της ιδεολογικής κίνησης είναι η διοργάνωση ενός Επιστημονικού Συμποσίου για την «Επανάσταση του Εικοσιένα» από το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών το 1981, όπου οι εθνικά χειραγωγημένες απόψεις σαν την παρακάτω του Γκρέγκορι Αρς, ενός σοβιετικού ιστορικού, υιοθετήθηκαν με θέρμη:

Ο Καποδίστριας δεν ήταν δημοκράτης, όμως δεν ήταν και ποτέ θαυμαστής του κρατικού και κοινωνικού συστήματος της μοναρχοδουλοκτητικής Ρωσσίας. Αν και οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί στην περίοδο της διακυβέρνησης του Καποδίστρια ουσιαστικά είχαν εκμηδενιστεί, παρέμεινε καταρχήν προσηλωμένος στην συνταγματική μοναρχία. {…} Οι πολιτικοί σκοποί της Ρωσίας και της Ελλάδας στο τελικό στάδιο της ελληνικής επανάστασης συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό.[15]

Στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, από την άλλη, μολονότι καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για απεγκλωβισμό από τα ιδεολογικά βαρίδια της σοβιετοφιλίας, το αποτέλεσμα ελάχιστα διαφοροποιήθηκε ως προς τις βασικές προκείμενες πρόσληψης της ελληνικής επανάστασης και του ρόλου του Καποδίστρια ειδικότερα. Με προεξάρχουσα την εφημερίδα «Αυγή», οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του ΚΚΕ εσωτ. δεν έπαυσαν να αναπαράγουν τις θεωρίες περί «ξενοκρατίας» και «λαϊκού χαρακτήρα της επανάστασης», με βασικό μέλημα την ιστορικίστικη οχύρωση ενός σύγχρονου αντιαγγλικού μετώπου για τις πολιτικές ανάγκες της ΕΔΑ. Όλα αυτά θα αλλάξουν βέβαια από την πτώση του τείχους και μετά, τόσο εξαιτίας της γενικότερης κρίσης ταυτότητας και πολιτικού προσανατολισμού της αριστεράς, όσο και εξαιτίας της εμφάνισης στο προσκήνιο νέων ιστορικών που αμφισβήτησαν τις παραδομένες απόψεις της μαρξιστικής ιστοριογραφίας για το 1821. Έκτοτε ο Ιωάννης Καποδίστριας έχει μείνει ξανά «ορφανός» από την αριστερά, οι δε υποψήφιοι «ανάδοχοί» του επιμένουν να τηρούν μια μυστήρια σιγήν ιχθύος, ειδικά τώρα που το θέμα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα.

Συμπεράσματα                

Όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει επί τροχάδην από την παραπάνω πυκνή παρουσίαση είναι ότι η τύχη του Ιωάννη Καποδίστρια στην ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία είναι αμφιταλαντευόμενη μεταξύ απόρριψης, κριτικής υποδοχής και ένθερμης υποστήριξης. Ενώ οι γνώμες της πρώτης γενιάς των κομμουνιστών του Μεσοπολέμου, σχηματίστηκαν μέσω της απόπειρας εφαρμογής της μαρξικών ιστοριογραφικών σχημάτων, η βαθμιαία μετατόπιση που άρχισε να συντελείται από την δεκαετία του 1940 και μετά δεν υπάκουε σε κάποια αναθεωρημένη ιστορική μέθοδο, αλλά υποκινούνταν από την αλλαγή πλεύσης της κομμουνιστικής στρατηγικής μεταπολεμικά και την ανάγκη για μια αναδρομική ιστορική πλαισίωση με «ιστορικά παραδείγματα» της πολιτικής αναγκαιότητας της νέας στρατηγικής.

Υποσημειώσεις

[1] Ο Marx στον Engels, 3-5-1984, Παρατίθεται στο Παναγιώτης Κονδύλης (επιμ.), Karl Marx – Friedrich Engels, Η Ελλάδα, Η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Γνώση, Αθήνα 1985, σελ. 353. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο γραπτός λόγος του Μαρξ όταν απευθύνεται στον στενό συνεργάτη του, Engels. Πολύγλωσσος και ευρυμαθής ο ίδιος, χρησιμοποιεί συχνότερα την γερμανική γλώσσα στην μεταξύ τους αλληλογραφία, την οποία εμπλουτίζει με διάφορες λέξεις στα αγγλικά ή στα γαλλικά, όπως π.χ. εδώ με τις λέξεις «king» και «infamous».

[2] Ενδεικτικά βλ. Γρηγόριος Δαφνής, Ιωάννης Α. Καποδίστριας: η γένεση του ελληνικού κράτους, Ίκαρος 1976, σελ. 416-420. Επίσης Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων, Γαλαξίας 1970.

[3] Γ. Σκληρός, Το κοινωνικό μας ζήτημα, Εκδόσεις Διεθνούς Επικαιρότητας, Αθήνα 1971.

[4] Αναφερόμαστε στην πρώτη έκδοση του βιβλίου, η οποία έγινε το 1924, προτού υποστεί τις κρίσιμες αλλαγές από τον ίδιο τον συγγραφέα της και κυκλοφορήσει εκ νέου, ουσιαστικά αναθεωρημένη το 1946 με την μορφή που κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Για περισσότερα βλ. Γιάννης Μηλιός, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1996.

[5] Σεραφείμ Μάξιμος, Ο Καποδίστριας και η Ελληνική Επανάσταση, περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τευχ. 23-24 (Δεκέμβριος 1956), σελ. 458-461.

[6] Γιάννης Ζεύγος, Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας (μέρος πρώτο), Διόνυσος, Αθήνα 1945, σελ. 84

[7] Γιάννης Ζεύγος, ό.π., σελ. 91

[8] Διαθέσιμο ελεύθερα στο marxists.org

[9] Αναλυτικότερα βλ. Γιάννης Μηλιός, ό.π. και Γιώργος Μπουμπούς, Μαρξιστικές αναγνώσεις του εικοσιένα: από τον Σκληρό στον Κορδάτο (1919-1924), περ. Δοκιμές (τευχ. 1) 1994, σελ. 116-132.

[10] Βλ. για παράδειγμα Σταύρος Παναγιωτίδης, Ο στρατηγός Μακρυγιάννης και η ελληνική Αριστερά: μια περίπτωση συμβολικής αναδρομικής οικειοποίησης, στον συλλογικό τόμο «Οι αναγνώσεις του 1821 και η Αριστερά», Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, ειδικό ένθετο στην εφημερίδα «Αυγή».

[11] Αναλυτικότερα βλ. Χρήστος Λούκος, Ο «κοινωνικός Καποδίστριας»: η αποκατάστασή του στις αριστερές συνειδήσεις, στον συλλογικό τόμο «Οι αναγνώσεις του 1821 και η Αριστερά», ό.π., σελ. 83-95.

[12] Λεωνίδας Στρίγκος, Η επανάσταση του 1821, Θεμέλιο, Αθήνα 1966, σελ. 250.

[13] Γ. Βαλέτας, Το προδωμένο εικοσιένα, Φιλιππότη, Αθήνα 1979, σελ. 37 επ.

[14] Βλ. ενδεικτικά Δ. Λουλές, Η δολοφονία του Ι. Καποδίστρια και η Ρωσία, περ. Μνήμων τευχ. 10, 1985, σελ. 77-95. Επίσης Γκρίγκορι Αρς, Ο πρώτος κυβερνήτης, εφημ. «Ριζοσπάστης» (14-11-1976).

[15] Γκρέγκορι Αρς, Ο ρόλος του Καποδίστρια στην Ελλάδα, στον συλλογικό τόμο Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, Η επανάσταση του Εικοσιένα: επιστημονιικό Συμπόσιο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981, σελ. 291.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε