Για δες καιρό που διάλεξε…

Δημοσιεύτηκε στο περ. Traverso Antifa, τεύχ. 5, Μάρτης 2021.

Ω, τί οδύνη για το μακροβιότερο έθνος της ανθρώπινης ιστορίας! Τι αταίριαστοι καιροί για τους ραψωδούς της εθνικής μυθολογίας! Τι ειρωνία της τύχης και της θείας χάριτος μια τέτοια μοναδική ευκαιρία να πηγαίνει χαμένη και μάλιστα με τέτοιο αντιηρωικό πάταγο!

Η μπίλια της διακοσιοστής επετείου της Ελληνικής Επανάστασης έκατσε στην χειρότερη θέση που θα μπορούσε στη ρουλέτα της σύγχρονης ιστορίας. Η μνήμη της «ηρωικής παλλινόρθωσης του γένους των Ελλήνων» επισκιάζεται από ένα πλήθος συγκυριακών ζητημάτων που έχουν καταστήσει ανεπίκαιρο όχι μόνο τον «εθνικό αναστοχασμό», που διακηρύχτηκε ως ένας από τους στόχους του ιδεολογικού χαζομάγαζου της «Επιτροπής Ελλάδα 2021», αλλά ακόμα και την όποια φολκλόρ αναπαράσταση θα μπορούσε να τονώσει το εθνικό φρόνημα εκείνης της μερίδας της ελληνικής κοινωνίας που αναζητεί στον παραδοσιακό αλβανικό ενδυματολογικό κώδικα του τσαρουχιού και της φουστανέλας τις ρίζες της καταγωγής της. Ώστε ο γραφικός εορτασμός της επετείου να έχει περιπέσει στο είδος εκείνης της αμηχανίας που βρίσκονται οι παλιοί συμμαθητές όταν συναντιούνται 50 χρόνια μετά την αποφοίτησή τους.

Η πρόσκληση της ελληνικής κυβέρνησης στους αρχηγούς του ρωσικού, του γαλλικού και του αγγλικού κράτους συνάδει, καταρχήν, με την ιδεολογική τοποθέτηση της φιλελεύθερης ιστορικής προσέγγισης που υιοθετεί και θέλει να παρουσιάζει το Εικοσιένα ως ένα «επαναστατικό γεγονός ευρωπαϊκής εμβέλειας», παρότι κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον ανακριβές. Όμως οι εποχές έχουν αλλάξει δραματικά. Ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν μην πρεσβεύει τίποτα από το πνεύμα της μεταναπολεόντειας Γαλλίας του 1821. Παρόλα αυτά ο αναδρομικός εκπρόσωπος του «γαλλικού κόμματος» έριξε μια ωραιότατη χυλόπιτα και αντ’ αυτού έστειλε την Υπουργό Πολέμου της Γαλλίας και πλασιέ των πολεμικών αεροσκαφών Rafalle ανά τον κόσμο να τιμήσει το σύμμαχο ελλαδιστάν. Πράγματι, η Φλοράνς Παρλί στάθηκε κορδωμένη στην εξέδρα των επισήμων καλεσμένων ώστε να μας υπενθυμίσει τον ιστορικό ρόλο της Γαλλίας στο Εικοσιένα. Για παράδειγμα τα γαλλικά εκστρατευτικά σώματα που τον Απρίλη του 1832 κατέλαβαν, εν μέσω πολιτικού κενού και εμφυλίων συγκρούσεων, το Ναύπλιο και την Πάτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι το νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο δεν θα διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη. Και ίσως στο περιθώριο των αναμνήσεων να ανακαλούνται κι εκείνες οι τρυφερές, «φλογερά επαναστατικές» στιγμές που ο «πολέμαρχος του γένους», Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ως ηγέτης του τότε «καποδιστριακού κόμματος» συγκρούστηκε ουκ ολίγες φορές μαζί τους, σε άπταιστα γαλλικά ασφαλώς.[1]

Η Ρωσία από την άλλη έχει αποκτήσει πλέον τόσο ισχυρά ερείσματα στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και των νοτίων Βαλκανίων, ώστε δεν χρειάζεται πλέον να χρηματοδοτήσει και να προκαλέσει μια ακόμα αντιοθωμανική εξέγερση στην περιοχή, όπως έκανε πλείστες φορές τον 18ο και τον 19ο αι. στα νότια Βαλκάνια: πετυχημένα την Άνοιξη του 1821 και αποτυχημένα τον Φλεβάρη του 1774, με τα λεγόμενα «Ορλωφικά». Παρότι τα θρησκευτικά δίκτυα και η σκοτεινή γλώσσα της χριστιανικής ομοδοξίας, δύο αιώνες μετά την επιτυχημένη αξιοποίησή τους από τον τσαρικό επεκτατισμό, στέκονται ακόμα χρήσιμα για τις επιδιώξεις του αντιδυτικού στρατοπέδου (βλ. π.χ. συλαλλητήρια για το Μακεδονικό), η απουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν από την καλτ φιέστα της πλατείας Συντάγματος δεν πρέπει να μας προκαλεί καμία έκπληξη. Η ρώσικη αλεπού έχει, οπωσδήποτε, σημαντικότερα πράγματα στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της.

Όσον αφορά τον εκπρόσωπο του «αγγλικού κόμματος» στον 21ο αιώνα, πρίγκιπα Κάρολο (γενν. 1948), η παρουσία του στο πλάι της Καμίλα Πάρκερ Μπόουλς ήταν απλά μια θλιβερή απόδειξη της παρακμής στην οποία έχει περιπέσει η πάλαι ποτέ θαλασσοκράτειρα Αλβιόνα, δίχως τον αυτοκρατορικό στόλο της οποίας και την συμβολή του στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827), το ελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε να είναι μια ρεαλιστική δυνατότητα για την ιστορία. Αν δεν το γνωρίζατε, το ελληνικό κράτος «ιδρύθηκε» το 1830, σε μια περίοδο που η επανάσταση είχε ηττηθεί τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά, ενώ οι εμφύλιες συγκρούσεις εμπόδιζαν την ανάδειξη μιας πολιτικά ηγεμονικής δύναμης που θα μπορούσε να εξασφαλίσει την συνέχεια της εξέγερσης ενάντια στον Σουλτάνο. Ώστε η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων αποτέλεσε μονόδρομο για την πρόσκαιρη τακτοποίηση του status quo του Ανατολικού Ζητήματος.

Τέλος, αν αυτοί που μας κυβερνούν είχαν την ελάχιστη εντιμότητα, μια θέση περίοπτη και τιμητική θα έπρεπε να είχαν εξασφαλίσει στον Έντι Ράμα, τον εκπρόσωπο του αρβανίτικου γένους στον 21ο αι., που τελικά όσο κανείς άλλος συνέβαλε σε ό,τι οι σημερινοί φουστανελάκηδες θέλουν να ονομάζουν «ηρωικό Εικοσιένα». Και δεν τα βγάζουμε από το μυαλό μας αυτά. Τα διαβάσαμε στον Επιφάνιο Δημητριάδη, έναν Έλληνα δάσκαλο που πήγε να διδάξει ελληνικά το 1790 στα νησιά του Αργοσαρωνικού κόλπου και έγραψε: στην Ύδρα συμβαίνει ότι και στον Πόρο. Για να μπορέσεις να διδάξεις τα ελληνικά, πρέπει πρώτα να μάθεις τα αλβανικά.[2]


[1] Για περισσότερα βλ. John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 197, σελ. 158-162.

[2] Παρατίθεται στο Ζέη Ελευθερία, Ο αγώνας στη θάλασσα: Κανάρης-Κουντουριώτης-Τομπάζης, Τα Νέα – Ιστορική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2020.

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

1821

Ιστορικά ζητήματα στις απαρχές του ελληνικού κρατικού & καπιταλιστικού σχηματισμού

Από τις εκδόσεις TRAVERSO

Για παραγγελίες: antifatraverso@gmail.com

Αγαπητές φίλες και φίλοι της εργατικής κριτικής στην γενεαλογία του γαλανόλευκου φολκλόρ,

οφείλουμε να κάνουμε μια παραδοχή: αν είχαμε ερωτηθεί δύο χρόνια πριν σχετικά με το τι ήταν το «1821», πιθανώς η μνήμη να έτρεχε πίσω στις κιτς σχολικές γιορτές ή στα «δράματα εποχής» που έβγαζε με το κιλό η χούντα και προέβαλε σε κάθε εθνική επέτειο η τηλεόραση της μεταπολίτευσης. Και αφού προδοθήκαμε ως προς τις αισθητικές μας προσλαμβάνουσες, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Η ενασχόληση με αρματολούς της Ρούμελης και παραδουνάβιους ηγεμόνες, νησιώτες εφοπλιστές και εμπόρους της Οδησσού, ηπειρώτες φοροσυλλέκτες και μοραΐτες τσιφλικάδες δεν ήταν στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων μας. Εν ολίγοις, η συγκρότηση του πρότζεκτ21 δεν προέκυψε από κάποιο ιστοριογραφικό ενδιαφέρον αλλά από πολιτική ανάγκη. Κι αυτό γιατί δύο χρόνια πίσω, κοιτώντας προς την επέτειο των 200 χρόνων από το 1821 και αφουγκραζόμενοι τη συγκυρία, βλέπαμε με κάποιο φόβο τα όσα θα μπορούσαν να συμβούν κατά τη διάρκεια των εορτασμών, αλλά και γενικότερα. Προβλέπαμε ότι το 2021 θα πήξουμε στα εθνικιστικά παραληρήματα απ’ όλες τις όψεις του εθνικού κορμού. Και απέναντι σε αυτήν τη συνθήκη θέλαμε να προετοιμαστούμε κατάλληλα.

Η σταθερότητα της αντιτουρκικής ατζέντας του ελληνικού κράτους και η όξυνση της έντασης στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο συνηγορούσαν στη διαμόρφωση του σχετικού κλίματος. Μέχρι που ήρθε το «τέλος του κόσμου». Είναι σαφές ότι η τρέχουσα τρομοϋγιεινιστική εκστρατεία φέρνει σε δεύτερη μοίρα τη διεξαγωγή λαμπρών τελετών[1]. Από την άλλη, βλέπουμε την εδραίωση της στρατιωτικοποίησης της δημόσιας σφαίρας σε τέτοιο βαθμό που ο συνδυασμός «τουρκικών προκλήσεων» και «εθνικής επετείου» ούτε στο ελάχιστο θα πλησίαζε. Ούτως ή άλλως, τα πεδία των μαχών είναι το τελευταίο στάδιο του μιλιταρισμού και ίσως να μην προορίζονται για όλους. Αυτό που προέχει είναι η στρατιωτικοποίηση της εργασίας και του πληθυσμού, της καθημερινής ζωής. Σε κάθε περίπτωση οι δυνατότητες μας περιορίστηκαν και οι στοχεύσεις τροποποιήθηκαν. Για να καταλάβετε, την Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020, την ώρα που χτυπούσε στα τηλέφωνά μας το ψύχραιμο μήνυμα της Πολιτικής Προστασίας που ανακοίνωνε τα πρώτα περιοριστικά μέτρα, εμείς μόλις είχαμε τελειώσει την πρώτη συνάντηση του Προγράμματος αυτομορφωτικών εκδηλώσεων για το 1821 που έλαβε χώρα στην κατάληψη Carthago, και στο πλάνο μας ήταν η πραγματοποίηση ακόμα τεσσάρων εισηγήσεων για το θέμα. Προφανώς αυτό δεν κατέστη δυνατό.

Παρόλα αυτά, συνεχίσαμε να βρισκόμαστε με σταθερότητα και συνέπεια και η δημόσια κατάθεση απόψεων βρήκε χώρο σε αυτό το περιοδικό και στο blog της ομάδας. Και αυτόν τον Δεκέμβρη είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώνουμε πως έχουμε έτοιμη μία εκτενή έκδοση για το θέμα, προϊόν των συζητήσεων που κάναμε τα τελευταία δύο χρόνια, η οποία θα βρει το δρόμο για το τυπογραφείο μέσα στις επόμενες μέρες.

Η έκδοση

Η επικείμενη έκδοση δεν σκοπεύει να αποτελέσει μια «αιρετική ματιά» στο 1821, ούτε να ξεσκεπάσει τους (πάμπολλους) εθνικούς μύθους γύρω από αυτό. Αντίθετα πρόκειται για μια προσπάθεια να δούμε τη γενεαλογία του ελληνικού καπιταλισμού, τα υλικά από τα οποία φτιάχτηκαν το ελληνικό κεφάλαιο και το κράτος του. Πρόκειται, δηλαδή, όχι για ένα «ιστοριογραφικό» εγχείρημα αλλά για μια κατάθεση πολιτικών απόψεων πάνω στην ελληνική ιστορία με τρόπο που μπορούν να φανούν χρήσιμες στην ταξική πάλη σήμερα.

Κομβικής σημασίας για τη συγγραφή των κειμένων ήταν η ανάγνωση και συζήτηση του βιβλίου που έχει επιμεληθεί ο Παναγιώτης Κονδύλης «Κ. Μαρξ – Φρ. Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα». Σε αυτό ο Κονδύλης έχει συγκεντρώσει όλες τις αναφορές των Μαρξ και Ένγκελς για το Ανατολικό Ζήτημα, από το σύνολο του έργου τους, σημαντικό μέρος του οποίου ήταν η αρθρογραφία τους σε εφημερίδες της Αγγλίας, της Γερμανίας κ.α. Το έργο αυτό, αρκετά παραγνωρισμένο από τους εγχώριους ιστορικούς, είναι αποκαλυπτικό για τη γεωπολιτική της περιόδου και τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές προσκήνιο, καθώς αναδεικνύει το ρόλο της Ρωσίας στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, και όλο αυτό με το βλέμμα στραμμένο προς την «επικείμενη» προλεταριακή επανάσταση στην Ευρώπη.

Εξίσου σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύει η έκδοση είναι η γενεαλογία της εγχώριας πολιτικής προσόδου, ως δομικό υλικό από το οποίο φτιάχτηκε το ελληνικό κράτος. Από τη γαιοπρόσοδο και την φοροσυλλογή ως την τοκογλυφία και την προνομιακή πρόσβαση στους κρατικούς μηχανισμούς, η πελατειακότητα αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του νέου κράτους. Ενδεικτικός της συνθήκης αυτής είναι ο πολιτικός και στρατιωτικός βίος του Θεοδωράκη Γρίβα πριν και μετά την ελληνική επανάσταση, μιας προαστικής και φατριαστικής φιγούρας που δεν αποτελεί κάποια εξαίρεση αλλά μάλλον τον καθ’ υπερβολή κανόνα των πρωταγωνιστών του 1821, και στον οποίο αφιερώνουμε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο.

Το προηγούμενο διάστημα, μέσα από αυτή τη στήλη είχαμε ήδη αναφερθεί συνοπτικά και σε άλλες φιγούρες της ελληνικής επανάστασης, όπως ο πρώτος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας[2]. Εκεί, είχαμε δει τον τρόπο με τον οποίο είχε γίνει αντιληπτός μέσα από τη μαρξιστική ιστοριογραφία, ξεκινώντας από τα γραπτά των ίδιων των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά και πώς άλλαζε η ιστορική προσέγγιση στο πρόσωπό του από τους Έλληνες μαρξιστές συγγραφείς ανάλογα με τα συγκεκριμένα υλικά επίδικα που αντιμετώπιζε το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Αυτήν την αναφορά, λοιπόν, κρίναμε σκόπιμο να την παραθέσουμε σε εκτενέστερη και πιο εμπεριστατωμένη μορφή στον τόμο.

Αντίστοιχα, κρίναμε σκόπιμη μια εξίσου εκτενή αναφορά σε μια διεύρυνση του παραπάνω πλαισίου: θα δούμε, δηλαδή, πώς οι Έλληνες μαρξιστές του μεσοπολέμου αντιμετώπισαν συνολικά το Εικοσιένα. Και εκείνη την περίοδο, η συζήτηση γύρω από την ελληνική επανάσταση είχε άμεση σχέση με το πώς έβλεπε το κομμουνιστικό κίνημα το χαρακτήρα του ελληνικού κράτους, κι ως εκ τούτου, πώς θα οργάνωνε την επαναστατική του στρατηγική. Κοιτώντας τα γραπτά του Γ. Σκληρού, του Γ. Κορδάτου, του Γ. Ζεύγου, του Π. Πουλιόπουλου και του Σ. Μάξιμου σε σχέση με το 1821, θα δούμε πώς διαμορφώθηκαν οι ανταγωνιστικές πολιτικές κατευθύνσεις του ΚΚΕ εντός του εργατικού κινήματος του μεσοπολέμου.

Κάτι ακόμα στο οποίο είχαμε σταθεί στο παρελθόν ήταν η προεπαναστατική οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων και ειδικότερα αυτή της ελληνόκτητης εμπορικής ναυτιλίας[3]. Ως εκ τούτου, θεωρήσαμε σημαντικό τη συμπερίληψη μιας παρουσίασης των όρων διαμόρφωσης του ελληνικού ναυτιλιακού εμπορίου το 18ο αιώνα, με τέτοιο τρόπο ώστε να σκιαγραφείται η γενεαλογία του ελληνικού εφοπλισμού, τα χαρακτηριστικά που απέδωσε στο νέο ελληνικό κράτος, αλλά και ο ρόλος του στην εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα.

Ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας της ελληνικής επανάστασης αποτελεί η περίφημη Φιλική Εταιρία, η οποία είθισται να παρουσιάζεται ως ένα συνωμοτικό δίκτυο που αποπειράθηκε να οργανώσει στρατό και να προετοιμάσει την Επανάσταση. Αυτό που θα δείξουμε μέσα από το βιβλίο είναι ότι η Φιλική Εταιρία δεν ήταν παρά ένα δίκτυο αλληλογραφίας μέσα στο οποίο διαπλεκόταν ο επαναστατικός βερμπαλισμός, η εμπλοκή με τον θρησκευτικό μυστικισμό των αρχών 19ου αι. και οι βιοποριστικές ανάγκες μιας δράκας τυχάρπαστων εμποροϋπαλλήλων.

Παράλληλα, κρίναμε σκόπιμο να συμπεριλάβουμε μια ιστορία των μεγάλων επετείων του 1821 (δηλαδή των 100 και 150 χρόνων), και μέσα από το εκάστοτε ιστορικό συγκείμενο, να δούμε πώς διαμορφώθηκε η «εθνική μνήμη» μέσα από το «προοδευτικό» και «συντηρητικό» στρατόπεδο της αστικής τάξης.

Τέλος, θα παραθέσουμε τρεις μεταφράσεις που θεωρούμε ότι συμβάλλουν πολύ στην κατανόηση της περιόδου και δίνουν μια διαφορετική προσέγγιση στα γεγονότα. Το πρώτο κείμενο αφορά την γνωστή και κομβική «Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή»[4]. Είναι ένα ιστορικό τεκμήριο που δεν βρήκαμε πουθενά αλλού μεταφρασμένο, και του οποίου η ανάγνωση είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα. Τα άλλα δυο μεταφρασμένα κείμενα[5], τα οποία πραγματεύονται τη μάχη στο Γαλάτσι της Ρουμανίας το 1821 και τις οθωμανικές αντιλήψεις των πρώτων ελληνο-οθωμανικών συνόρων της Θεσσαλίας έχουν το προσόν να παρουσιάζουν πληθώρα οθωμανικών και ρουμανικών πηγών πάνω στα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης και του νεαρού ελληνικού κράτους.

Κλείνοντας

Είναι σαφές ότι αυτό που περιγράψαμε παραπάνω δεν συνιστά μια ακαδημαϊκού τύπου έκδοση. Πέρα από το ότι δεν ήταν αυτές οι προθέσεις μας, τα μέλη του πρότζεκτ21 δεν είναι επαγγελματίες ιστορικοί. Αντίθετα, αποτελούν δείγματα της σύγχρονης εργατικής τάξης, που η αναπαραγωγή τους εξαρτάται από διάφορες κωλοδουλειές και επιδόματα ανεργίας, και εν μέσω αυτής της συνθήκης προσπαθούν να δημιουργήσουν οργανωτικές μορφές αυτόνομης παραγωγής της γνώσης. Ως ένα τέτοιο εγχείρημα αντιλαμβανόμαστε το πρότζεκτ21, που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της κινηματικής αυτομόρφωσης. Μια μέθοδο, που στην ιστορικότητά της, μας έχει φανεί πολλές φορές χρήσιμη και πιάνει το νήμα μιας μακράς πορείας αυτόνομης παραγωγής γνώσης, από το κίνημα για το κίνημα. Γι’ αυτούς τους λόγους ελπίζουμε και θα μας χαροποιούσε πολύ αν οι απόψεις που περιλαμβάνονται στον προς έκδοση τόμο, μπορούν να φανούν κινηματικά χρήσιμες σήμερα και για το μέλλον.


[1] Παρότι τα δεδομένα αλλάζουν γρήγορα, το δυστοπικό βίωμα της εναλλαγής αγιογραφιών και εικόνων του στρατού πάνω στο κοινοβούλιο, στις 21/11/2020 «ημέρα των ενόπλων δυνάμεων», μπροστά από μια άδεια από περαστικούς αλλά γεμάτη μπάτσους πλατεία Συντάγματος, ίσως είναι δείγμα αυτών που θα δούμε τον προσεχή Μάρτη.

[2] Βλ. «Ο κόμης με τα ψηλά ρεβέρ», περ. «Traverso Antifa», τευχ. 2, Ιούνης 2020.

[3] Βλ. «Η ναυτιλία των Γραικών, ο πόλεμος και η κρίση του 1815», περ. «Traverso Antifa», τευχ. 1, Απρίλης 2020.

[4] Βλ. «Η Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774): μια εισαγωγή», περ. «Traverso Antifa», τευχ. 0, Φλεβάρης 2020, ενώ για το πλήρες κείμενο της μετάφρασης βλ. project21athens.wordpress.com.

[5] Τα κείμενα αυτά είναι: Constantin Ardeleanu, Στρατιωτικές όψεις του πολέμου της ανεξαρτησίας των Ελλήνων στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα: η μάχη του Γαλατσίου (1821) και Dilek Özkan, Ελληνοθωμανικά σύνορα: φύλαξη και διαχείριση μέχρι το 1840.

Ένα εκκρεμές μεταξύ δεξιάς και ακροδεξιάς

Σημειώσεις πάνω στην ιστορία των εορτασμών της εθνικής επετείου (1821-2021)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Traverso Antifa (τευχ. 3, Οκτώβρης-Νοέμβρης 2020)

Καθώς πλησιάζουμε στο 2020 και την κορύφωση των «εορτασμών» της εθνικής επετείου γίνονται όλο και πιο εμφανή τα όρια μέσα στα οποία θα κινηθεί η εθνική αφήγηση σε ιδεολογικό επίπεδο. Ήδη από τα μέσα του 2019, όταν με τον πρώτο νόμο που έφερε προς ψήφιση η κυβέρνηση ΝΔ συστάθηκε υπό την εποπτεία του πρωθυπουργού η επιτροπή «Ελλάδα 2021», μας είχε γίνει σαφές ότι το ιδεολογικό μαγαζάκι με την Γιάννα Αγγελοπούλου στην βιτρίνα είχε αναλάβει ένα δύσκολο έργο: να συγκεράσει τις δύο αντιμαχόμενες ιδεολογικές τάσεις ιστορικής ερμηνείας της ελληνικής επανάστασης που κινούνται διαχρονικά στο εσωτερικό της εθνικής ιστοριογραφίας, ας τις ονομάσουμε χάριν ευκολίας «φιλελεύθερης» και «εθνικιστικής», οι οποίες έβρισκαν μια επιπλέον απόληξη στις αντίρροπες δυναμικές που εξαρχής φάνηκαν να επικρατούν στο εσωτερικό της δεξιάς παράταξης μεταξύ «σαμαρικής» και «μητσοτακικής» πτέρυγας.

Έναν χρόνο μετά, η «κρίση» που σοβούσε μεταξύ «φιλελεύθερων» και «εθνικιστών» έχει ξεσπάσει για τα καλά, ενώ επιπλέον οι διάφορες κινήσεις που εμφανίζονται δεξιά του πολιτικού φάσματος στον ευρύτερο «πατριωτικό χώρο» δείχνουν ότι για μία ακόμη φορά στην σύντομη ιστορία αυτής της «κουτσουλιάς» πέριξ του Αργοσαρωνικού κόλπου, που διακόσια χρόνια μετά την δημιουργία της αξιώνει για τον εαυτό της τον τίτλο του «πυλώνα σταθερότητας», οποιαδήποτε απόπειρα συμπεριληπτικής εθνικής αφήγησης είναι καταδικασμένη στην αποτυχία. Οι αιτίες αυτής της καταδίκης έχουν ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον βέβαια, το οποίο, όμως, δεν θα εξετάσουμε εδώ[1].

Παρακάτω θα θίξουμε επί τροχάδην δύο προηγούμενα «έτη ορόσημα» των εορτασμών της εθνικής επετείου: το 1921 και το 1971. Αφού πάρουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα από αυτό, θα δούμε την ιδεολογική ανατομία του εθνικού και πατριωτικού χώρου έτσι όπως αποτυπώνεται σήμερα σε επίπεδο επιτροπών, θεσμών και πρωτοβουλιών με αφορμή τους εορτασμούς του 2021. Τέλος θα αποπειραθούμε κάποιες ερμηνείες που μπορεί να φανούν χρήσιμες όχι μόνο για την ιστορία των εορτασμών, αλλά για την ιστορική φυσιογνωμία της εθνικής συνείδησης εν γένει, ώστε να κλείσουμε με ένα πικάντικο who is who.

1921: ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΥ

Ισμέτ Ινονού και Ελευθέριος Βενιζέλος κατά την είσοδό τους στο Παναθηναϊκό Στάδιο, Αθήνα Οκτώβρης 1931.

Το ιωβηλαίο της ελληνικής επανάστασης, βρήκε τον ελληνικό κοινωνικό και κρατικό σχηματισμό στα σχοινιά. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν στην τουρκική ενδοχώρα εν μέσω ενός επεκτατικού πολέμου. Κι ενόσω τα νέα από τους πρώτους νεκρούς είχαν αρχίσει να φτάνουν στην πατρίδα, η ελληνική κοινωνία βρισκόταν ολότελα διχασμένη εν μέσω δύο αντιθετικών πολιτικών σχεδίων που διαγωνίζονταν για την επικράτησή τους πάνω στο κράτος. Οι τελετές της εκατονταετηρίδας αναβλήθηκαν τελικά για το 1930, αποδίδοντας ένα νέο νόημα στον εορτασμό της επετείου: το 1930 ήταν η χρονολογία όπου το ελληνικό κράτος συμπλήρωνε 100 χρόνια ύπαρξης. Το κέντρο βάρους μετακυλίονταν από την «επανάσταση ως γεγονός», στο ελληνικό κράτος ως σύγχρονη ιστορία των αστικών θεσμών και ως κατεξοχήν φορέας της εθνικιστικής ιδεολογίας.

Το 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος βρισκόταν προσωρινός νικητής στον χαμηλής έντασης εμφύλιο του Μεσοπολέμου, το δε σχέδιο του Κόμματος των Φιλελευθέρων για τον αστικό εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη. Στο επίκεντρο των εορτασμών του 1930 βρέθηκε μια εθνική αφήγηση στηριγμένη όχι στο πολεμικό πνεύμα, αλλά στην κατεύθυνση ειρηνιστικών επιλογών του κράτους με προσανατολισμό την καπιταλιστική ανάπτυξη και τον αστικό εκσυγχρονισμό. Αυτή η κατεύθυνση δεν δόθηκε δίχως μάχη από τους βενιζελικούς. Η αντιπολίτευση που δέχθηκαν από την μεριά της συντηρητικής-εθνικιστικής πτέρυγας ήταν σφοδρή[2]. Ειδικά όμως σε ό,τι είχε να κάνει με τον «προαιώνιο εχθρό», η βενιζελική πολιτική ήταν ξεκάθαρη μετά την πανωλεθρία του 1922. Η οικοδόμηση σχέσεων ειρήνης και συνεργασίας, όπως αυτές αποτυπώθηκαν και θεσμικά άλλωστε με την σύναψη του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας τον Οκτώβρη του 1930, ήταν η κορωνίδα της βενιζελικής Realpolitik. Υπό αυτό το πρίσμα, το «χρυσό ιωβηλαίο» της Επανάστασης του 1921, που τελικά γιορτάστηκε το 1930, υπάχθηκε στις σύγχρονες πολιτικές ανάγκες του μεσοπολεμικού κράτους[3].

1971 – Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟΝ ΓΥΨΟ

Ο συνταγματάρχης Παττακός επιθεωρεί παρέλαση μαθητών κατά τους εθνικούς εορτασμούς των 150 χρόνων από την ελληνική επανάσταση, Καστοριά Μάρτιος 1971.

Οι εορτασμοί για τα 150 χρόνια από την επανάσταση το 1971, οι οποίοι ήταν βασισμένοι στο φολκλόρ και την φουστανέλα, μπορεί να «τόνισαν το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων»[4], όμως δεν κατάφεραν ούτε στο παραμικρό να παράξουν μια νέα, συμπεριληπτική και παραγωγική αφήγηση για τον ελληνικό κρατικό και κοινωνικό σχηματισμό. Η καπιταλιστική και πολιτική οπισθοδρομικότητα του χουντικού καθεστώτος δεν μπορούσε καν να επιτρέψει την συμπερίληψη νέων εθνοκεντρικών αφηγήσεων, όπως αυτές που είχαν ξεπηδήσει μέσα από τους κόλπους της πατριωτικής αριστεράς και οι οποίες έβρισκαν προς το παρόν καταφύγιο στην Ακαδημία του Παρισιού. Όλα θα άλλαζαν, βέβαια, το «σωτήριον έτος» 1981 όταν αυτή η αντινομία που, όπως αποδείχθηκε, ήταν βλαπτική όχι μόνο για την εθνική συνείδηση αλλά και για τον ελληνικό καπιταλισμό, αποκαταστάθηκε ιστορικά.

2021 – ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΧΩΡΟ

Σε θεσμικό επίπεδο, πλην της επίσημης επιτροπής «Ελλάδα 2021», δράση έχει ήδη αναπτύξει η λεγόμενη «Πρωτοβουλία 1821-2021», η οποία όπως ενημερωνόμαστε από την ιστοσελίδα της είναι «το αποτέλεσμα της συστηματικής συνεργασίας κοινωφελών, πολιτιστικών και επιστημονικών ιδρυμάτων της χώρας και της Εθνικής Τράπεζας». Εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με την ιδεολογική εκπροσώπηση του ελληνικού εφοπλισμού και του ντόπιου τραπεζικού κεφαλαίου στην δημόσια σφαίρα των εορτασμών, βασικό έργο της οποίας πλην της πολιτικής υπεράσπισης της αστικής τάξης είναι η προάσπιση ενός εκσυγχρονιστικού λόγου για την ελληνική ιστορία και η απόδοση μιας φιλελεύθερης προοπτικής στην ιστορική ερμηνεία του 1821. Αυτή η τάση μέσα στους εορτασμούς του 2021, την οποία χάριν συντομίας ονομάσαμε «φιλελεύθερη», δεν είναι βέβαια «καθαρή» από ακροδεξιές ή πολεμοκάπηλες παρεμβολές. Για παράδειγμα ο εφοπλιστής Παναγιώτης Λασκαρίδης, ο οποίος συμμετέχει στην εν λόγω πρωτοβουλία μέσω του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, ουκ ολίγες φορές έχει υποστηρίξει την ενεργή εμπλοκή του ελληνικού εφοπλισμού στον εξοπλιστικό εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων, ενώ μέσα στο τελευταίο έτος έχει δωρίσει στο πολεμικό ναυτικό δύο πλοία γενικής υποστήριξης, το «ΑΤΛΑΣ Ι» και το «ΗΡΑΚΛΗΣ»[5].

Όσον αφορά τις κινήσεις που συντελούνται εκτός των θεσμικά αναγνωρισμένων επιτροπών, μετά τους τριγμούς που προκάλεσε η αποχώρηση[6] της καθηγήτριας Μαρίας Ευθυμίου από την επίσημη επιτροπή «Ελλάδα 2021» κατηγορώντας την τελευταία για «ουδετεροπατρία» (sic), μια λέξη που πρώτη φορά εμφανίστηκε στο ελληνικό λεξιλόγιο φέτος, άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την απελευθέρωση της εθνικιστικής-πατριωτικής τάσης ου άσθμαινε «εγκλωβισμένη σε εθνομηδενιστικά καλούπια». Συνήθης ύποπτος για τις υπόγειες διεργασίες στο εσωτερικό αυτού του χώρου ήταν ξανά (ποιος άλλος;) ο «αγαπημένος» μας Γιώργος Καραμπελιάς. Έτσι στις αρχές Ιουνίου έκανε την εμφάνισή της η λεγόμενη «Επιτροπή Παράλληλου Εορτασμού – Τιμή στο ‘21». Την φυσιογνωμία της σε επίπεδο απόψεων και προσώπων αξίζει να εξετάσει κανείς/καμία όχι τόσο επειδή εμφανίζει κάποια σημαντική δυναμική, αλλά περισσότερο επειδή αποτυπώνει κάποιες υπαρκτές ιδεολογικές διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό του εθνικού χώρου, για τις οποίες γίνεται λόγος σε ξεχωριστό κείμενο του παρόντος τεύχους υπό τον τίτλο «περί της ντόπιας alt-right και των πολιτικών αιχμών εναντίον της».

Η επιτροπή «Τιμή στο ‘21» πρεσβεύει την συντηρητική, εθνικιστική και οπισθοδρομική τάση της εθνικής ιστοριογραφίας. Όπως διαβάζουμε σε ένα κείμενό της «ο ύπουλος εθνομηδενισμός, θέλει να παραπλανήσει (για ακόμη μία φορά) τον ανυποψίαστο Έλληνα και να του βάλει στο μυαλό ότι ΕΘΝΟΣ και ΚΡΑΤΟΣ είναι ένα και το αυτό, ενώ δεν είναι. Εντελώς άλλη είναι η έννοια του έθνους και άλλη η έννοια του κράτους. Θέλει έτσι, να υποβάλει στο λαϊκό υποσυνείδητο ότι το Ελληνικό έθνος, δημιουργήθηκε με την επιτυχία της επανάστασης του 1821, ενώ το Ελληνικό έθνος έχει συνέχεια πολλών χιλιάδων χρόνων πριν από αυτήν. Αυτή τη συνέχεια θέλουν οι εθνομηδενιστές ιστορικοί (που έχουν βρεί στέγη στην Επιτροπή της Γιάννας Αγγελοπούλου) να κόψουν, για να υπερασπισθούν την άποψη τους, ότι αυτοί που κατοικούσαν στον χώρο που σήμερα λέγεται Ελλάδα, δεν ήταν Έλληνες, αλλά άνθρωποι διαφόρων φυλών, κυρίως σλαβικών, κατά τον ανθέλληνα Φαλμεράϊερ.»[7]

Η σύνθεση της επιτροπής «Τιμή στο ‘21» είναι πολυσυλλεκτική και αποτυπώνει τις ιδεολογικές-πολιτικές διεργασίες που συντελούνται εδώ και μερικά χρόνια στον ευρύτερο εθνικό χώρο υπό την καθοδήγηση πολύ συγκεκριμένων προσώπων (π.χ. Καραμπελιάς, Συρίγος, Καλεντερίδης, Ρινάλντι, Πισσίας, Αξελός, Κασιμάτης κ.ά.). Αυτός ο «νέος εθνικός χώρος» που έχει ανοίξει στην δημόσια σφαίρα και εμφανίζεται ως «ακομμάτιστος» μπορεί να φιλοξενεί από βουλευτές της συμπολίτευσης μέχρι πρώην μαοϊκούς φίλους της ένοπλης πάλης και από πατριώτες διανοούμενους μέχρι καραμπινάτους φασίστες. Η πολιτική λειτουργία αυτής της διακομματικής συναινετικής κίνησης είναι πολύ συγκεκριμένη: ανοίγοντας χώρο στην δημόσια σφαίρα υπέρ της δήθεν «δημοκρατικής πολυφωνίας», ενισχύει τις τάσεις της πολιτισμικής ηγεμόνευσης της Δεξιάς στην διανόηση, παράγοντας στην ουσία μια «πατριωτική μονοφωνία» (απλά με ποικίλες «χροιές») και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό την συζήτηση για το Εικοσιένα –αλλά και κάθε ζήτημα τελικά- ένα εκκρεμές μεταξύ Δεξιάς και Ακροδεξιάς.

Η μιντιακή εκπροσώπηση της ελληνικής alt-right σε μια επιτυχημένη απόπειρα αυτογελοιποίησής της.

WHO IS WHO Κλείνοντας αυτήν τη σύντομη αναφορά και επειδή διάφοροι/ες από τους αναγνώστες/τριές μας ανήκουν στην προσφιλή κατηγορία «φασιστολόγοι/φασιστομελετητές», θα παραθέσουμε μερικά από τα μέλη της επιτροπής «Τιμή στο ‘21» (να μην πάει χαμένος κι ο κόπος μας) ώστε να αποκτήσουμε μια εικόνα για την κινητικότητα και την πολυσυνθετότητα του νέου εθνικού χώρου σε επίπεδο προσώπων. Την ιδρυτική διακήρυξη της εν λόγω επιτροπής, λοιπόν, εκτός κάποιων sui generis σιχαμάτων όπως ο Γιώργος Καραμπελιάς, ο Γιώργος Κασιμάτης και η Αφροδίτη Μάνου υπέγραψαν διάφοροι πρόσφατοι «Μακεδονομάχοι» όπως η Ειρήνη Μαρούπα, Δικηγόρος των Παμμακεδονικών Οργανώσεων και πρώην μέλος ΑΝΕΛ, ο Γιάννης Μαλταμπές, Δικηγόρος και πρόεδρος του «Πατριωτικού Συνδέσμου», ο Ιγνάτιος Γαβριηλίδης, επιχειρηματίας και ιδρυτής του πατριωτικού συλλόγου «Πτολεμαίοι Μακεδόνες», η Δήμητρα Βλαχάκη, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Πολιτικής Συνείδησης (Ε.ΠΟ.Σ) και του συλλόγου «Ανένδοτος Αγώνας για τη Μακεδονία και τη Δημοκρατία» και ο γνωστός Όθωνας Ιακωβίδης, ιδρυτικό μέλος της «Σπίθας» και της οργανωτικής επιτροπής των συλαλλητηρίων για την Μακεδονία. Επίσης διάφοροι φασίστες που προέρχονται από διάφορα μορφώματα του εθνικιστικού χώρου όπως ο Ραφαήλ Καλυβιώτης και ο Χάρης Κατσιβαρδάς, ιδρυτικά μέλη του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, κάποιοι «άγνωστοι» με γνωστή, όμως, παρακρατική δραστηριότητα όπως ο Δαμιανός Βασιλειάδης, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ και επί δύο δεκαετίες πρόεδρος της «Εληνοκουρδικής Ένωσης Φιλίας», διάφοροι συνεργάτες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως ο Κώστας Γρίβας, αμυντικός αναλυτής και φασίστας καραμπίνα, καθηγητής στην Σχολή Ευελπίδων και συντάκτης του προγράμματος για την εθνική άμυνα της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ή ο Θανάσης Μπέλτσος, πρώην συνεργάτης του Πάνου Καμμένου. Τέλος, κάποιοι με πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο του «κόμματος της δραχμής» όπως ο Νίκος Ιγγλέσης, πρώην μέλος του ΠΑΣΟΚ, αρθρογράφος στην ΙΣΚΡΑ και συγγραφέας του βιβλίου «Επιστροφή στην δραχμή: η απάντηση στην ευρω-κατοχή», η Ζωή Γεωργαντά, πρώην μέλος ΔΣ ΕΛΣΤΑΤ (πρωτοστάτησε στην κόντρα με τον Ανδρέα Γεωργίου) και ο Θεόδωρος Κατσανέβας.


[1] Ο απαραίτητος χώρος για αυτό θα δοθεί στον συλλογικό τόμο που ετοιμάζει το πρότζεκτ21, ο οποίος βρίσκεται σε τελικό στάδιο και θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2021.

[2] Για περισσότερα σχετικά με το πολιτικό αποτύπωμα στην διοργάνωση των εορτασμών για τα εκατόχρονα της ελληνικής επανάστασης βλ. Χρήστος Τριανταφύλλου, Ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδος από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και το έργο της Κεντρικής Επιτροπής Εκατονταετηρίδος (1928-1933), Αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στο ΠΜΣ Νεότερης και Σύχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Αθήνα 2014. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την αποστολή ψηφιακού αντιγράφου της.

[3] Την ίδια περίοδο βέβαια που στο εσωτερικό του αστικού πολιτικού συστήματος διαγκωνίζονταν οι παραπάνω πολιτικές-καπιταλιστικές τάσεις, η σύγκρουση των οποίων αποτυπώθηκε και στο επίπεδο των εορτασμών για το 1821, πρέπει να σημειώσουμε ότι το ΚΚΕ και οι οργανικοί του διανοούμενοι εξαπέλυαν έναν ανελέητο αγώνα απέναντι στα εθνικά μυθεύματα και την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, οριοθετώντας έναν ξεχωριστό από την εθνική ιστοριογραφία χώρο, στρατευμένο στο πολιτικό συμφέρον της εργατικής τάξης. Η μαρξιστική ιστοριογραφία του Μεσοπολέμου για την ελληνική επανάσταση, σε αντίθεση με την μεταπολεμική, δεν συγχρωτίζεται με την πατριωτική αφήγηση.

[4] Για περισσότερα βλ. Τί είναι και που στοχεύει το πρότζεκτ21, περ. Zero Years, τευχ. 12, Νοέμβρης 2019.

[5] Άγγελος Κωβαίος, Π. Λασκαρίδης: ο πρωθυπουργός να οργανώσει μια «κίνηση των πλουσίων», εφημ. Το Βήμα (29-8-2020).

[6] Βλ. Παραιτήθηκε από την επιτροπή «Ελλάδα 2021» η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου, εφημ. Το Βήμα (26-5-2020).

[7] Διαθέσιμο στο δίκτυο: timisto1821.gr

Γιάνης Κορδάτος: Ο «Θρήνος» της Αγιά – Σοφιάς και η «εθνική συνείδηση» των Ελλήνων (αναδημοσίευση)

Εισαγωγή

του πρότζεκτ21

Αν υπάρχει ένας σταθερός ιδεολογικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ελληνική εξωτερική πολιτική στην ανατολική μεσόγειο τα τελευταία χρόνια, αυτός είναι η περίφημη τουρκική προκλητικότητα, η λειτουργία της οποίας τις πιο πολλές φορές προορίζεται για εντελώς εσωτερική κατανάλωση. Τον περασμένο μήνα η ιδιαίτερη μορφή της υπήρξε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Τουρκίας να μετατρέψει το μουσείο της Αγιά Σοφιάς σε τζαμί. Αμέσως, σύσσωμος ο εγχώριος εθνικός κορμός ξεσπάθωσε για τα ιερά και όσια του έθνους. Είτε προσπαθώντας να εγγράψουν την Αγιά Σοφιά στην ελληνική ιστορία είτε εμφανιζόμενοι ως θεματοφύλακες της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, χριστιανορθόδοξοι και κοσμικοί, καθένας από το δικό του μετερίζι, αναπαρήγαγαν το πολυεπίπεδο αφήγημα των τουρκικών προκλήσεων. Μάλιστα, ο ντόρος που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους επιχειρήθηκε να προβληθεί ως «παγκόσμια κατακραυγή», ενώ στην πραγματικότητα οι όποιες αντιδράσεις διεθνώς, στην πλειοψηφία τους ήταν επιεικώς τυπικές. Χωρίς να θεωρούμε άνευ σημασίας την αξιολόγηση της συγκεκριμένης απόφασης του τουρκικού κράτους, τα μικρό αυτό σημείωμα αφορά στην κατάδειξη του ποιες θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες μιας σύγχρονης προλεταριακής κριτικής. Και στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άλλες από τη σαφή διάκριση των εργατικών συμφερόντων από το άρμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και την κατάδειξη των αντιφάσεων της εκάστοτε εθνικής αφήγησης. Αυτός είναι και ο λόγος που αναδημοσιεύουμε το κείμενο του Γιάνη Κορδάτου «Ο “Θρήνος” της Αγίας Σοφίας και η “εθνική συνείδηση” των Ελλήνων».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένατο τεύχος του περιοδικού «Νέα Επιθεώρηση: Μηνιαία έκδοση μελέτης, κριτικής και τέχνης» τον Σεπτέμβρη του 1928 και επιχειρεί να τεκμηριώσει τη θέση ότι το δημοτικό τραγούδι του «Θρήνου της Αγιά Σοφιάς» είναι πολύ μεταγενέστερο της εποχής της Άλωσης όπου υποτίθεται ότι γράφτηκε και κάθε άλλο παρά δημοτικό είναι, καθώς η γλώσσα που χρησιμοποιεί, οι στίχοι του αλλά και το εθνικό αφήγημα που εμπερικλείει είναι ολότελα ξένα με τα δεδομένα της περιόδου. Ήδη, στο επόμενο τεύχος του περιοδικού ο Ε. Δημητρίου δημοσίευσε το κείμενο «ο θρήνος της Πόλης» ασκώντας κριτική στα επιχειρήματα του Κορδάτου παρότι συμμερίζεται τις προθέσεις του, για να απαντήσει εκ νέου ο Κορδάτος στο εντέκατο τεύχος με το κείμενο «ο θρήνος της Πόλης και η γένεσή του»[1] όπου ανταπαντά στις κριτικές θέσεις του Δημητρίου, εμμένοντας στα αρχικά του συμπεράσματα.

Έχει σημασία να τονίσουμε ότι παρότι έχουμε να κάνουμε με μια δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ διανοουμένων των 20’s σε σχετικό περιοδικό, η όλη συζήτηση κάθε άλλο παρά «φιλολογική» είναι. Στις αρχές αυτής της δεκαετίας έχουμε τη συντριβή των ελληνικών στρατευμάτων στην τουρκική ενδοχώρα, όπου σηματοδοτούν και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της συγκροτητικής ιδεολογίας του ελληνικού κράτους που αποτέλεσε το βασικό αφήγημα που συνόδευσε τον ελληνικό επεκτατισμό για περίπου έναν αιώνα. Η εμπειρία ενός πολέμου που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία (από τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο μέχρι την ήττα του μικρασιατικού μετώπου) ήταν καθοριστική για την πορεία του εργατικού κινήματος και του νεαρού τότε ΣΕΚΕ. Επίσης, την περίοδο 1925-1926 διεξήχθησαν οι δίκες για το Μακεδονικό κατά της ηγεσίας και στελεχών του ΚΚΕ λόγω της υιοθέτησης της γραμμής της Γ’ Διεθνούς για αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Θράκης. Η αντιπαράθεση, λοιπόν, με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία δεν ήταν κάποιο αφηρημένο θεωρητικό ζήτημα, αλλά είχε μείζονα υλικά διακυβεύματα για την εργατική τάξη.

 Ο Κορδάτος, παρότι ήταν ήδη εκτός κόμματος από το 1927 λόγω της διαφωνίας του με τη γραμμή για το Μακεδονικό, παρέμεινε σταθερά συνεπής στην κριτική της εθνικής ιδεολογίας. Όντας μέλος της κεντρικής επιτροπής και γενικός γραμματέας του ΣΕΚΕ, ξεκινάει το 1922 το γράψιμο της «Κοινωνικής σημασίας της ελληνικής επανάστασης του 1821», έργο το οποίο εκδίδεται το 1924 προκαλώντας πάταγο: μαθητές γυμνασίων αποβάλλονταν ή τιμωρούνταν αν διάβαζαν το βιβλίο, απαγορεύτηκε από τη δικτατορία του Πάγκαλου, ενώ η Ιερά Σύνοδος έφτασε ένα βήμα πριν τον αφορισμό του αλλά προτίμησε να αναθέσει στον θεολόγο Π. Ν. Τρεμπέλα να συντάξει μια απαντητική μελέτη όπου θα «αποδείξει πως η θεωρία του ιστορικού υλισμού και ο μαρξισμός είναι “έωλα κατασκευάσματα”»[2]. Η σημασία του βιβλίου είναι πολύ μεγάλη καθώς είναι από τις πρώτες φορές[3] που εμφανίζεται στην Ελλάδα ένα κείμενο, και μάλιστα ιστορικό, που επιχειρεί να εφαρμόσει τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Το αν αυτό έγινε πετυχημένα είναι σίγουρα ένα ζήτημα, καθώς πολλές φορές φαίνεται να εφαρμόζει έτοιμα θεωρητικά σχήματα πάνω στην εκάστοτε ιστορική περίοδο. Παρότι το ψάξιμο σε αρχεία και ιστορικές πηγές ήταν αρκετά πρωτοποριακό για την εποχή του, ο Κορδάτος οδηγήθηκε από το «ιστορικό βάθεμα στο χρονικό άπλωμα»[4], με ό,τι συνέπειες έχει αυτό για την εγκυρότητα των συμπερασμάτων του.

Παρόλα αυτά η σημασία του έργου του είναι τεράστια, καθώς για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε το Παπαρρηγοπούλειο αφήγημα της «τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνισμού», μια αντίληψη πλειοψηφική μέχρι σήμερα. Και παρά τις μετατοπίσεις του ίδιου σε ζητήματα όπως ο χαρακτήρας του ελληνικού κράτους ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’20[5], η κριτική του έθνους ως ιστορική – κοινωνική κατασκευή της νεωτερικότητας είναι κάτι που εμφανίζεται σταθερά μέσα στο έργο του.

*Οι υποσημειώσεις (6-10) στο άρθρο του Γιάνη Κορδάτου μεταφέρθηκαν αυτούσιες από το πρωτότυπο.

Ο «Θρήνος» της Αγιά – Σοφιάς και η «εθνική συνείδηση» των Ελλήνων

Είναι φως φανερό ότι την νεοελληνική την ιστορία οι επίσημοι και ανεπίσημοι «ιστορικοί» της κυρίαρχης τάξης, από πολλά τώρα χρόνια προσπαθούν να την πλαστογραφήσουν. Ο Παπαρρηγόπουλος γράφει την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Ο «μεγάλος» ιστορικός κάνοντας εθνική προπαγάνδα ξεχνάει πως στην αρχαία εποχή δεν υπήρχε «έθνος» ούτε ελληνικό, ούτε ρωμαϊκό, ούτε φοινικικό, ούτε κανένα άλλο. Τότες, στα χρόνια εκείνα υπήρχανε φυλές. Το «έθνος» είναι, ας το πούμε έτσι, προϊόν της νεότερης ιστορικής εξέλιξης. Γεννήθηκε μαζί με τον αστισμό. Το τονίσαμε κι αλλού (στην Εισαγωγή της «Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας» μας) πως όταν λέγαν οι αρχαίοι έθνος δεν εννοούσαν αυτό που εννοούμε εμείς σήμερα. Γι’ αυτό λέγανε «έθνος μελισσών, μυγών, ορνίθων» και τα τέτοια. Δηλαδή εννοούσανε με την λέξη έθνος το μπουλούκι, το κοπάδι. Αυτό όμως που λέμε σήμερα έθνος είναι μετάφραση του γαλλικού nation[6].

Ας είναι. Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Η επίσημη ιστορική επιστήμη έχει συμφέρον να πλαστογραφεί την νεοελληνική ιστορία. Πρέπει να αποκοιμάται, να αφιονίζονται οι μάζες. Η ιστορική επιστήμη, όπως κι όλες οι πνευματικές επιστήμες πρέπει να υπηρετούν τους σκοπούς της κυρίαρχης τάξης. Αυτό που γίνεται παντού, γίνεται και σε μας. Γι’ αυτό αυτοί (οι επίσημοι κι ανεπίσημοι ιστορικοί) τη δουλειά τους, κι εμείς τη δική μας.

*

Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν γράψαμε την Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία (κοίτα σελ. 22 -23 υποσημ.) σταματήσαμε στο Θρήνο της Πόλης. Δεν τον ξαναντιγράφουμε εδώ γιατί, ποιος λίγο ποιος πολύ, από το σχολείο το θυμόμαστε, ή καλύτερο θα θυμόμαστε το στίχο που λέει για την «Αγιά Σοφιά που χε τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος» ή πάλι τον τελευταίο στίχο,  που όλοι οι νεοέλληνες «ρήτορες» της 25 του Μάρτη τόνε βροντοφωνάζουνε σα μοτίβο στους δεκάρικους προπολεμικούς λόγους τους, που λέει πως: «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι». Σταμάτησα λοιπόν στο τραγούδι αυτό που είναι γνωστό με όνομα ο Θρήνος της Αγιά Σοφιάς γιατί έχει πολύ σημασία η χρονική καταγωγή του. Μας κατατοπίζει σε πολλά ζητήματα. Αν είναι πολύ παλιό, αν γράφτηκε ή φτιάχτηκε στο τέλος του 15ου αιώνα, ως ένα σημείο δείχνει πως από τότες υπήρχε «εθνική συνείδηση» στους ρωμιούς. Ας το εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα με το φακό της ιστορικής πραγματικότητας.

Η ιστορική παράδοση ή καλύτερα η πανεπιστημιακή και η άλλη μισοεπίσημη ιστορική διδασκαλία, τοποθετούν το Θρήνο στα πρώτα χρόνια της Άλωσης. Ο Ν. Πολίτης μάλιστα (στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού» εκδ. β’ Αθην. 1925) γράφει πως «ο Θρήνος συνετάχθη ευθύς μετά την άλωσιν». Αυτή είναι και η γνώμη που επικρατούσε ως το 1925. Η γνώμη αυτή για πρώτη φορά καταπολεμήθηκε από μένα στην Εισαγωγή της «Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας» μου. Τα επιχειρήματά μου δεν μπόρεσε κανένας να τα κλονίσει από τους κριτικούς μου. Ένας κάποιος Απ. Δασκαλάκης που έγραψε κιόλας ένα ολόκληρο βιβλίο για ν’ αναιρέσει τον Κορδάτο με την ιδέα να τσιμπολογήσει το βραβείο της περίφημης Ακαδημίας των Αθηνών, γράφει ό,τι του κατέβει. Άρες μάρες κουταμάρες, όπως όλοι δα οι κριτικοί μου.

Ας ξαναθυμίσω στον αναγνώστη μου τι έγραφα στην Εισαγωγή του βιβλίου μου που αναφέρω παραπάνω.

“Για μένα ο Θρήνος δεν συντάχθηκε ευθύς αμέσως μετά την Άλωσιν» μα στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να που στηρίζω την τέτοια γνώση μου. Πρώτα η γλωσσική μορφή του μαρτυράει πως φτιάχτηκε ή γράφτηκε τον 18ο ή 19ο αιώνα. Η γλώσσα (και η ομιλούμενη) του 15ου αιώνα δεν είναι η καθαρή δημοτική του Θρήνου. Δεύτερο κανένας αρθρογράφος δεν το αναφέρει. Τρίτο ο στίχος «μον’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά ναρτούνε τρία καράβια» αν γραφότανε τον 15ο αιώνα και ευθύς μετά την Άλωσιν δεν θα γραφότανε έτσι γιατί ο πολύς Λαός μισούσε τους Φράγκους από θρησκευτικές αιτίες (σχίσμα) και από πολιτικές (σταυροφορίες). Άρα ο ποιητής του κι αν είτανε από το φιλολατινικό κόμμα του Βησσαρίωνα πάλι δεν θα έβαζε τον στίχο αυτόνε έτσι κι αν τον έφτιανε πάλι ο λαός από το μίσος του στους Φράγκους δεν θα έκανε λαϊκό το τραγούδι αυτό κι έτσι γρήγορα θα ξεχνιότανε. Τέταρτο ο στίχος «γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» δείχνει πως ο θρήνος φτιάχτηκε αργότερα. Δηλαδή ύστερα από τον 16ο αιώνα που μια μερίδα του ανώτερου Κλήρου προπαγάνδιζε την ίδια Ιδέα. Σαν τον περίφημο πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμο που έγραψε ολόκληρο βιβλίο (παραίνεση) στο οποίο λέει πως ο Θεός τιμώρησε του Γραικούς κι έστειλε τους Οθωμανούς. Πέμπτο ο ίδιος στίχος που προαναφέραμε για τη Φραγκιά δείχνει ακόμα πως φτιάχτηκε όταν οι Έλληνες έμποροι στην Ευρώπη άρχιζαν να σκέπτονται μια εθνική εξέγερση με τη βοήθεια του Φράγκου…

Υποψιάζομαι ακόμη μην τυχόν ο Θρήνος είναι δημιούργημα μετεπαναστατικό, φτιάχτηκε δηλαδή στο Εικοσιένα ή και πιο ύστερα. Αυτή μου την υποψία την ενισχύει η γλωσσική του η μορφή και το γεγονός πως σε καμιά προκήρυξη των αγωνιστών και αρχηγών του 21 δεν αναφέρεται, ενώ αν ήταν γεγονός, αν ήταν λαϊκός θα έπρεπε να είναι το μοτίβο των εθνικών προκηρύξεων για την επιβλητική του δύναμη που θα ασκούσε στις λαϊκές μάζες. Κι έχουμε κιόλας παράδειγμα πως τραγούδια (σύγχρονα όπως το: Μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω)[7] πέρασαν για δημοτικά και για τέτοια μπήκανε στις συλλογές του Φοριέλ, Πάσσοβ, Ζαμπέλιου κ. αλ. Αν δε ο Ν. Πολίτης δεν το έπαιρνε μυρωδιά θα περνούσανε και σήμερα ακόμα για γνήσια δημοτικά.

Στα παραπάνω επιχειρήματα θα μπορούσα συμπληρωματικά να προσθέσω και τούτα:

Ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) ούτε κι αυτός κάνει λόγο πουθενά για το Θρήνο. Μα και ο Παπαρρηγόπουλος που στην ιστορία του (Ε’ τόμος) αντιγράφει πολλά δημοτικά τραγούδια για να δείξει το προεπαναστατικό «εθνικό αίσθημα» κι ακόμα και το «μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω» δεν κάνει καθόλου λόγο για το Θρήνο κι ούτε τον αναφέρει πουθενά. Μόνο αντιγράφει πολλούς στίχους από το Χρονικό της Ρόδου γραμμένο από τον ποιητή Γεωργιλά[8] χωρίς να λέει ούτε λέξη για το Θρήνο της Αγιάς Σοφιάς και το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι». Η σιωπή αυτή του Παπαρρηγόπουλου σαν κάτι να μαρτυράει. Είναι ύποπτη όπως θα λέγαμε σήμερα.

Κι ο Φοριέλ ακόμα στη συλλογή του (“Chants populaires de la Grece modern” τομ. Α’ –Β’ εκδ. 1824 – 1985) στη σελίδα 337 (Β’ τόμου) γράφει με κάποια επιφύλαξη για τη χρονική καταγωγή του Θρήνου: «Μα, λέει, (το τραγούδι αυτό) κι απ’ άλλη άποψη έχει ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα  για την αρχαιότητά του. Γιατί αν και στη σημερινή του μορφή δεν φτάνει ως τα χρόνια της Άλωσης της Πόλης (σημ. υπογρ. Κορ.) ωστόσο υπάρχουν μέσα σ ’αυτό στοιχεία που να μας πείθουν πως είναι μίμηση, ηχώ, για να πούμε έτσι, κάποιου από τα λαϊκά τραγούδια…». Βλέπουμε πως κι ο Φοριέλ διστάζει να παραδεχτεί πως είναι ατόφιο από τα χρόνια της Άλωσης.

Μα εκείνο που μας κάνει περισσότερο να επιμένουμε στα παραπάνω επιχειρήματά μας είναι οι πολλές του παραλλαγές. Η συλλογή του Φοριέλ αρχίζει:

Πήραν την πόλιν, πήραν την! Πήραν την Σαλονίκην!

Πώς ήταν όμως δυνατόν αν το τραγούδι αυτό ήταν παλιό, γραμμένο από άγνωστο ποιητή «ευθύς μετά την Άλωσιν» να αναφέρει το πάρσιμο της Πόλης σα σύγχρονο γεγονός με το πάρσιμο της Σαλονίκης; Έπειτα ο στίχος:

«Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι»

Είναι δυνατόν να είναι παλιός, δηλαδή να έχει σχέση με το μεγάλο ιστορικό γεγονός της Άλωσης, αφού η Αγιά Σοφιά δεν ήταν μοναστήρι μα σα να πούμε η «Μητρόπολη της Ορθοδοξίας»! Ο λαϊκός ποιητής που θα ζούσε στα μέσα του 15ου αιώνα ποτέ του δεν θα έκανε τέτοια σύγχυση. Μα και ο τελευταίος στίχος:

Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θαναι!

Οι άλλες συλλογές είναι διαφορετικές:

Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά σας είναι! Ή Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά σου είναι. Δηλαδή στην πρώτη παραλλαγή το «δικά μας θαναι» σημαίνει πως η Αγιά Σοφιά κλπ θα ξαναγίνουν ελληνικά. Στη δεύτερη επάνω κάτι το ίδιο νόημα βγαίνει. Στην τρίτη το «δικά σου είναι» εννοεί ότι θα γίνει η Αγιά Σοφιά χριστιανική.

Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι παραλλαγές. Υπάρχουν κι άλλες. Η παραλλαγή της Τραπεζούντας (κι εδώ πάλι σημειώνουμε πως υπάρχουνε δύο σπουδαίες παραλλαγές) μας παρουσιάζει ένα θρήνο αλλιώτικο. Μα εκείνο που κάνει εντύπωση από το θρήνο αυτόν είναι η γλωσσική του μορφή. Η γλώσσα του είναι παραφθαρμένη ελληνική, και το σπουδαιότερο, έχει πολλές ξένες λέξεις: πορτάρους, δίκλοπους κι ακόμα και τουρκικές: αφέντην, σερασκέρ = αντιστράτηγο ή εκείνος είχε μενχεμέν ρωμαίους αφεντάδες = εκείνος (ο Βασιλέας) είχε κριτές ρωμαίους προύχοντες.

Οι ξένες αυτές λέξεις και μάλιστα οι τούρκικες δε δείχνουν πως ο Θρήνος της Τραπεζούντος φτιάχτηκε πολύ αργότερα, όταν πέρασαν χρόνια πολλά, ύστερα από δύο τρεις αιώνες ίσως, όταν δηλαδή η τουρκική γλώσσα άρχισε να επηρεάζει την ελληνική. Βέβαια, το πάρσιμο της πόλης από τους Τούρκους δεν λέμε πως δεν έκανε εντύπωση στους χριστιανούς. Κάθε άλλο. Έχουμε κιόλας ένα θρήνο[9] παλιό (από ανέκδοτα χειρόγραφα του 15ου αιώνα που τα δημοσίευσε ο Λεγκράν στο 1875 εκδ. Maisoneusse et Cie, Paris) που και στη γλώσσα και στο νόημά του μας δίνει ζωντανή τη θλίψη του άγνωστου ποιητή από το πάρσιμο της Πόλης.

Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα της «εθνικής συνείδησης». Κάνουμε το χατίρι στους σοφολογιότατους ιστορικούς μας και παραδεχόμαστε πως ο θρήνος για το πάρσιμο της Πόλης φτιάχτηκε «ευθύς μετά την άλωσιν». Μπορούμε τώρα από το περιεχόμενό του να βγάλουμε το συμπέρασμα πως ο θρήνος αυτός μαρτυράει την «υπάρχουσα εθνική συνείδηση»; Κι από την άποψη αυτή η κριτική του ανάλυση δε μας δίνει κανένα τέτοιο επιχείρημα. Το τραγούδι αυτό, όσο παλιό κι αν το πάρουμε, δεν μαρτυράει καμιά «εθνική συνείδηση». Είναι μια κλάψα, ένα μοιρολόι παπαδίστικο. Δεν δείχνει την «εθνική» αντίθεση ανάμεσα τούρκων και ρωμιών μα τη «θρησκευτική». Όσο δε κι αν παραδεχτούμε πως η θρησκεία στα χρόνια της τουρκοκρατίας σκέπαζε και τον εθνικισμό, στην περίπτωση αυτή είναι τόσο φτιαχτό το περιεχόμενο του θρήνου ώστε να μη μας δίνει καμιά τέτοια σχετική εξήγηση. Το μόνο που βγαίνει από το διάβασμά του είναι η τάση να συμφιλιωθούμε θρησκευτικά με τους Φράγκους, τάση που δεν αντικαθρεπτίζει τις πολιτικές ζυμώσεις που γίνονταν στα χρόνια του Βησσαρίωνα για μια συνεννόηση με τους Φράγκους (Πάπα)[10] μα τις πολιτικές βλέψεις της προεπαναστατικής εποχής, όντας είχε πια εκφυλιστεί το θρησκευτικό μίσος ενάντια στους Φράγκους και οι Έλληνες περίμεναν βοήθεια από τη Δύση και κυρίως από τη Γαλλική Δημοκρατία. Έπειτα, το αποδείξαμε αλλού (κοίτα πρώτο κεφάλαιο το βιβλίο μας «Η κοινωνική σημασία της Ελλην. Επανάστασης») πως στα χρόνια που η Πόλη πάρθηκε από τους Τούρκους, οι λαϊκές μάζες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περίμεναν για σωτήρα τους τον Τούρκο καταχτητή.

Ήταν λοιπόν δυνατό στα χρόνια εκείνα να υπάρχει μια αντίθετη «εθνική συνείδηση» αφού πρώτα από όλα έλειπε η βάση της, το «έθνος»; Ή μήπως το Βυζαντινό κράτος ήταν «έθνος», με τη σύγχρονη σημασία της λέξης αυτής, Έλληνικό;

Γι’ αυτό το ζήτημα ίσως σ’ άλλο μας σημείωμα μιλήσουμε.

Ο Γιάνης Κορδάτος (1891-1961)

[1] Και τα τρία κείμενα μπορούν να βρεθούν στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του ΑΣΚΙ: http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=7909 , http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=7959 , http://62.103.28.111/aski/rec.asp?id=8015

[2] Κορδάτος Γιάννης, Η κοινωνικής σημασία της ελληνικής επανάστασης του 1821, 1974, Επικαιρότητα, σελ. 11.

[3] Πρώτη τέτοια προσπάθεια θεωρείται  «Το Κοινωνικό μας ζήτημα» του Γ. Σκληρού που εκδόθηκε το 1907.

[4] Κορδάτος Γιάννης ό.π. σελ. 14.

[5] Για πιο πολλά σχετικά με τη θεωρητική μετατόπιση του Κορδάτου για τον αστικό ή μη χαρακτήρα του ελληνικού κράτους βλ. Γιάννης Μηλιός, O «σοβιετικός μαρξισμός» και οι Έλληνες στοχαστές, 2017, έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών, βλ. κεφάλαιο 3 (Α’ έκδοση 1996, Εναλλακτιές Εκδόσεις).

[6] Κοίτα ανάλυση του θέματος αυτού στην Εισαγωγή της Νεοελληνικής Πολιτικής Ιστορίας μας.

[7] Είναι παρμένο από τον Π. Λάμπρο. Κοίτα Ν. Πολίτη «Γνωστοί ποιητοί δημοτικών ασμάτων» (τομ. Α’) εκδόσεις Παρνασσού. Αθην. 1925.

[8] Το «Χρονικό» της Ρόδου πριν από λίγα χρόνια ακόμα θεωρούνταν ως πραγματικός Θρήνος και ως τέτοιο τον παίρνει και ο Παπαρρηγόπουλος.

[9] Με τον τίτλο «Το ανακάλημα της Κων/λεως».

[10] Στην εποχή της Άλωσης ήταν τόσο μεγάλο το ρεύμα ενάντια σε κάθε ιδέα συμφιλίωσης με τους Φράγκους (τον Πάπα) ώστε να γίνει πολιτικό δόγμα το γνωστό «κρειττότερόν ἐστιν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἢ καλύπτραν λατινικήν».

Ο κόμης με τα ψηλά ρεβέρ

Διαδρομές του Ιωάννη Καποδίστρια στην ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Traverso Antifa, τεύχος 2, Ιούνης 2020.

Ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831), η εμβληματική φυσιογνωμία του οποίου με το άσπρο χτενισμένο μαλλί και τα ψηλά λευκά ρεβέρ κοσμούσε επί δεκαετίες το ένδοξο εθνικό χαρτονόμισμα των 500 δραχμών, βρέθηκε για μερικές μέρες στις αρχές του Μάη στον αφρό της επικαιρότητας. Αφορμή στάθηκε μία ανάρτηση στο twitter ενός μέλους της «Επιτροπής Ελλάδα 2021», του Αριστείδη Χατζή, που «τόλμησε» να τον χαρακτηρίσει «δικτάτορα». Και επειδή, ως γνωστόν, η εθνική διανόηση ως πνευματική μπροστάρισσα της ελληνικής κοινωνίας εμφορείται από αδιαπραγμάτευτα δημοκρατικά αισθήματα, δεν άργησε να σηκωθεί ο συνήθης εκτυφλωτικός κουρνιαχτός της εθνικιστικής δημαγωγίας, ο οποίος για ακόμα μία φορά κινήθηκε γύρω από τις μετριοπαθείς επιφυλάξεις «ξεπουλάτε την ιστορία μας» και τα συναφή.

Μέσα στις 2000 λέξεις που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε κάτι δύσκολο: να μιλήσουμε για τον Ιωάννη Καποδίστρια κοιτώντας όχι τον ίδιο, αλλά την ιστορία κάποιων ενδεικτικών απόψεων που σχηματίστηκαν για αυτόν μέσα στα τελευταία 100 χρόνια στους κόλπους της ελληνικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας. Εισαγωγικά θα δούμε την άποψη που είχαν για τον κόμη με τα ψηλά ρεβέρ κάποιοι άνθρωποι της εποχής του, με άρτια εικόνα για την διεθνή κατάσταση, προσανατολισμένη στα συμφέροντα της ευρωπαϊκής προλεταριακής επανάστασης (Μαρξ και Ένγκελς). Στην συνέχεια θα δούμε πως έγινε αντιληπτός ο Ιωάννης Καποδίστριας από τρεις σημαντικούς εκπροσώπους της μαρξιστικής ιστοριογραφίας και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (Κορδάτος, Ζέβγος και Μάξιμος) και πως οι απόψεις τους αρθρώθηκαν με αυτές του Άρη Βελουχιώτη. Κατόπιν θα εντοπίσουμε τις μετατοπίσεις που ξεκίνησαν να εμφανίζονται από την δεκαετία του 1950 όλο και εντονότερα στην κυρίαρχη αντίληψη των Ελλήνων μαρξιστών διανοούμενων για τον Καποδίστρια, καθώς και την σχέση αυτών των μετατοπίσεων με την αλλαγή γραμμής στην πολιτική στρατηγική του ΚΚΕ (Στρίγκος, Βαλέτας, Λιγνάδης κ.ά). Τέλος, θα δούμε πως αποκρυσταλλώθηκε η εγχώρια μαρξίζουζα άποψη για τον Καποδίστρια μεταπολιτευτικά και αν υπάρχει, τελικά, κάτι που μπορούμε να μάθουμε απ’ όλα τα παραπάνω.

Ο «infamous» Καποδίστριας

Η γενική γνώμη των Marx και Engels για την «ελληνική επανάσταση» ήταν ότι η τελευταία αποτελούσε μία ακόμα πράξη στο θέατρο της ρωσσικής παρεμβατικότητας στα εσωτερικά ζητήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με απώτερο σκοπό την διάλυση αυτής και την εγκατάσταση ελεγχόμενων κρατικών ή ημικρατικών θυλάκων που θα προωθούσαν τα συμφέροντα του τσαρικού επεκτατισμού στα Βαλκάνια. Με τα λόγια του ίδιου του Engels «η επανάσταση θα ήταν αδύνατη δίχως την ρωσσική επιρροή και το ρωσσικό χρυσάφι». Αντίστοιχα η γνώμη του Marx, έτσι όπως εκφράστηκε μέσα από την συστηματική και ενδελεχή αρθρογραφία του στον Τύπο της εποχής και την αλληλογραφία του με τον Engels ήταν ότι με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, πρωταρχικά ωφελημένη βγήκε η Ρωσσία και ως ακαταμάχητο πειστήριο θεωρούσε την εκλογή του Καποδίστρια στην θέση του Κυβερνήτη. Έγραφε επ’ αυτού στον Engels στις 3-5-1854:

Θα με βόλευε πολύ αν έπαιρνα τώρα από εσένα κάμποσον ανεφοδιασμό για την Tribune, γιατί ασχολούμαι πολύ με αυτό το βάσανο, την ιστορία του νεοελληνικού κράτους και μαζί τον king Όθωνα, όμως θα μπορέσω να παρουσιάσω το αποτέλεσμα μόλις σε δύο βδομάδες, ίσως σε μια σειρά άρθρων. Ο Μεταξάς, που ήταν Έλληνας πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη και συνωμοτούσε εκεί, ήταν κύριο όργανο του infamous Καποδίστρια.[1]

                Στα μάτια των Marx και Engels, λοιπόν, ο τέως Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου είναι «κακόφημος» (infamous) και συνεχίζει να αποτελεί ένα μίσθαρνο όργανο της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής όταν αναλαμβανει χρέη Κυβερνήτη στο νεοσύστατο ελληνικό «κράτος». Αυτό έχει σημασία να τονιστεί διότι η ελληνική εθνική ιστοριογραφία[2] έχει καταφέρει να απογυμνώσει την διακυβέρνηση Καποδίστρια από το βαρύ φιλορωσσικό φορτίο που έφερε, ανακαλύπτοντας μια δήθεν «ρήξη» του ίδιου περί τα 1822 με την τότε εξωτερική πολιτική του Ρώσσου αυτοκράτορα. Υπ’ αυτή την έννοια, έχει επιτευχθεί το αδιανόητο: ο ερχομός του Καποδίστρια στην Ελλάδα κατόπιν πρόσκλησής του από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 έχει πλαισιωθεί  από τον «άδολο πατριωτισμό» του και μόνο, αποκόπτωντας ολότελα την ιστορική δράση του από την δύναμη που τον ανέθρεψε πολιτικά από το 1801 και την οποία υπηρέτησε με προσήλωση ήδη από τα πρώτα βήματα της διπλωματικής σταδιοδρομίας του στην βραχύβια Ιόνιο (Επτανήσο) Πολιτεία: την δεσποτική ρωσσική αυτοκρατορία.

                Ο «ανυπόληφτος» Καποδίστριας

                Η τύχη του ονόματός του στην ντόπια αριστερά έχει ενα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μετά τον Σκληρό, ο οποίος θεώρησε ότι ο Καποδίστριας προσπάθησε να καταστρέψει την φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση της επανάστασης[3], η πρώτη τεκμηριωμένη μαρξιστική άποψη που εισάγεται για αυτόν προέρχεται από τον Γιάννη Κορδάτο και την περίφημη «Κοινωνική σημασία της ελληνικής επανάστασης»[4], γραμμένη στην 2η δεκαετία του 20ου αιώνα. Εκεί ο Κορδάτος, επιχειρώντας να εφαρμόσει τα μαρξιστικά ιστοριογραφικά σχήματα (ασχέτως πόσο επιτυχημένα το έκανε), εννοήσε την ελληνική επανάσταση ως μια φιλελεύθερη μαζική εξέγερση υπό την ηγεσία της επαναστατικής εθνικής αστικής τάξης ενάντια στο παλιό καθεστώς. Υπ’ αυτήν την οπτική, ο Καποδίστριας δεν θα μπορούσε να ήταν τίποτα άλλο από έναν γνήσιο εκπρόσωπο του ανατολικού δεσποτισμού, του απολυταρχικού πνεύματος και της τσαρικής αντίδρασης. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Σεραφείμ Μάξιμος, ο οποίος υπερασπιζόμενος τον αστικό χαρακτήρα της επανάστασης, θεωρούσε ότι η Ρωσσία ήθελε «μιαν Ελλάδα μοναρχική και συγκεντρωτική, κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, και ο Καποδίστριας ήλθε για να επιβάλει αυτό ακριβώς το καθεστώς»[5].

                Κάθετη γνώμη για τον κερκυραίο κόμη δεν δίστασε να εκφράσει την ίδια περίοδο και ο Γιάννης Ζέβγος, μέσα από το εμβληματικό για την ιστορία της ελληνικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας έργο του «Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας». Έγραφε εκεί ενδεικτικά:

Ο ρόλος της αστικοτσιφλικάδικης διπλωματίας ήταν ολότελα επουσιώδης. Στάθηκε σημαντικός μόνο στο να βάλει τις βάσεις της οικονομικής υποδούλωσηςτης Ελλάδας και να την παραδώσει στον  τσαρικό υπάλληλο Καποδίστρια.[6]

Και λίγο παρακάτω:

Ο Καποδίστριας αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεια της ελληνικής ζωής τα περιφρονούσε, όπως μισούσε και τον ελληνικό λαό, τις επαναστατικές παραδόσεις, τους προοδευτικούς του θεσμούς. Ξεκομμένος από την πραγματικότητα, δούλευε σαν πράχτορας του Τσάρου και θαυμαστής του να κάνει την Ελλάδα πρωτοπόρο ρωσσικό Κυβερνείο στη Μεσόγειο. Ο Μαρξ τον αποκαλεί «ανυπόληφτο Καποδίστρια». Είναι αυτονόητο γιατί η ελληνική αντίδραση, ο μεταξικός φασισμός ζητούσαν να εξιδανικέψουν την αντιδραστική αντιλαϊκή διχτατορία του Καποδίστρια.[7]

Οι στιβαρές ιστορικές γνώμες της παραπάνω κομμουνιστικής τριανδρίας λειτούργησαν για αρκετά χρόνια ως θεμέλιο για τις κατοπινές θεωρητικές επεξεργασίες των μελών του κόμματος. Ενδεικτικά, κατα την εκφώνηση του περίφημου «Λόγου στην Λαμία» στις 22 Οκτώβρη 1944 ο Άρης Βελουχιώτης είπε:

Ο Γιάννης Καποδίστριας, που μας τον παρουσιάζουν στα σχολεία σαν μεγάλο και τρανό, με προτομές και πορτραίτα, είναι ο πρώτος καταστροφέας της Ελλάδας. Μα ό,τι έκανε, δεν το έκανε σαν Καποδίστριας, μα σαν εκπρόσωπος όλης της ελληνικής αντίδρασης.[8]

              Ο «κοινωνικός» Καποδίστριας

Οι πρώτες θεμελιώδεις μετατοπίσεις στον τρόπο με τον οποίο γινόταν αντιληπτή η φύση της επανάστασης του 1821 από το ΚΚΕ συντελέστηκαν στην 6η ευρεια Ολομέλεια του κόμματος τον Γενάρη του 1934[9] και αποκρυσταλώθηκαν αργότερα με το άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη με τίτλο «Ο Μαρξισμός-Λενινισμός στην Ελλάδα» που δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ το 1946. Εκεί εισήχθη μια πολύ ορισμένη αντίληψη για την ιστορική φύση του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου ως «καπιταλιστικού με έντονα φεουδαρχικά υπολείμματα» και εγκαταλείφθηκε η άποψη ότι το οικονομικό σύστημα της χώρας ήταν ένας «ολοκληρωμένος καπιταλισμός». Κατ’ επέκταση, εγκαταλείφθηκε και η πρώιμη κορδάτεια άποψη, ότι δηλαδή η ελληνική επανάσταση ήταν έργο της επαναστατικής αστικής τάξης. Στον αντίποδα υιοθετήθηκε η ιστορικίστική άποψη ότι η αστική τάξη της επανάστασης δεν κατάφερε να ανατρέψει συνολικά το παλιό καθεστώς, συμμάχησε με τους κοτζαμπάσηδες και οργάνωσε την νεότερη πολιτική εξουσία της χώρας, η οποία διατήρησε έναν χαρακτήρα «αστικοτσιφλικάδικο».

                Πάνω σε αυτή την μετατόπιση, η οποία είναι σαφές ότι δεν προήλθε από κάποιον οντολογικό αναστοχασμό για την ελληνική ιστορία, αλλά εξαρτήθηκε από την αναπροσαρμογή της πολιτικής στρατηγικής του κόμματος στον Μεσοπόλεμο, την πολιτική των «λαϊκών μετώπων» και την τυφλή υποταγή στις εντολές του ΚΚΣΕ, χτίστηκαν μια σειρά νέες, αναπροσαρμοσμένες αντιλήψεις του ΚΚΕ για την ελληνική ιστορία όπως π.χ. αυτές για τον Μακρυγιάννη, την «κλεφτουριά» κ.ά.[10] Κατ’ αντιστοιχίαν στην περίπτωση Καποδίστρια, άρχιζαν να εμφανίζονται νέες μελέτες που δεν στέκονταν στην αυταρχική διακυβέρνηση του κερκυραίου κόμη, αλλά υπερτόνιζαν (συχνά εφευρίσκοντας) τα στοιχεία της «κοινωνικής πολιτικής του, επιχειρώντας την αποκατάστασή του σε ένα ευρύτερο αριστερό ακροατήριο[11].

Έτσι ο Λεωνίδας Στρίγκος, σε μια μελέτη του 1953 που χρησίμευε ως βοήθημα σε σχολές πολιτικών προσφύγων που είχαν καταφύγει στις λαϊκές δημορατίες, έγραφε ότι «δεν αντέχει στην ιστορική αλήθεια ο ισχυρισμός πως ο Καποδίστριας ήταν Ρώσσος ανθύπατος»[12]. Ο Τάσος Λιγνάδης υποστήριζε ότι «ο Καποδίστριας στην προσπάθειά του να στηρίξει την πολιτική του απόπειρα για εθνική χειραφέτηση στις πλατιές αγροτικές μάζες συναντά την αντίδραση των δυτικών δυνάμεων», ο Βασίλης Φίλιας ήθελε να εντάξει τον «παρεξηγημένο μέγα ηγέτη του Ελληνισμού» στην παράδοση του Γιακωβινισμού, ενώ ο Δημήτρης Βαλέτας[13] και ο Τάσος Βουρνάς επιχείρησαν με τον τρόπο τους να μετριάσουν την αντιδραστική φύση της καποδιστριακής διακυβέρνησης και του ρωσσικού κόμματος, τονίζοντας τον «προδοτικό» ρόλο του αγγλικού κόμματος και ειδικά του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, κύριου πολιτικού αντιπάλου του κερκυραίου κόμη.

Η ίδια γραμμή άποψης συνεχίστηκε και μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών, τόσο στους κόλπους του «ορθόδοξου μαρξισμού» όσο και μέσα στους κύκλους της ανανεωτικής αριστεράς. Οι μεν «ορθόδοξοι», μέσω των επίσημων κομματικών οργάνων επιχείρησαν μια συστηματική θετική αποτίμηση του καποδιστριακού έργου[14] και του ρόλου της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής στην έκβαση της επανάστασης. Ενδεικτική αυτής της ιδεολογικής κίνησης είναι η διοργάνωση ενός Επιστημονικού Συμποσίου για την «Επανάσταση του Εικοσιένα» από το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών το 1981, όπου οι εθνικά χειραγωγημένες απόψεις σαν την παρακάτω του Γκρέγκορι Αρς, ενός σοβιετικού ιστορικού, υιοθετήθηκαν με θέρμη:

Ο Καποδίστριας δεν ήταν δημοκράτης, όμως δεν ήταν και ποτέ θαυμαστής του κρατικού και κοινωνικού συστήματος της μοναρχοδουλοκτητικής Ρωσσίας. Αν και οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί στην περίοδο της διακυβέρνησης του Καποδίστρια ουσιαστικά είχαν εκμηδενιστεί, παρέμεινε καταρχήν προσηλωμένος στην συνταγματική μοναρχία. {…} Οι πολιτικοί σκοποί της Ρωσίας και της Ελλάδας στο τελικό στάδιο της ελληνικής επανάστασης συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό.[15]

Στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, από την άλλη, μολονότι καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για απεγκλωβισμό από τα ιδεολογικά βαρίδια της σοβιετοφιλίας, το αποτέλεσμα ελάχιστα διαφοροποιήθηκε ως προς τις βασικές προκείμενες πρόσληψης της ελληνικής επανάστασης και του ρόλου του Καποδίστρια ειδικότερα. Με προεξάρχουσα την εφημερίδα «Αυγή», οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του ΚΚΕ εσωτ. δεν έπαυσαν να αναπαράγουν τις θεωρίες περί «ξενοκρατίας» και «λαϊκού χαρακτήρα της επανάστασης», με βασικό μέλημα την ιστορικίστικη οχύρωση ενός σύγχρονου αντιαγγλικού μετώπου για τις πολιτικές ανάγκες της ΕΔΑ. Όλα αυτά θα αλλάξουν βέβαια από την πτώση του τείχους και μετά, τόσο εξαιτίας της γενικότερης κρίσης ταυτότητας και πολιτικού προσανατολισμού της αριστεράς, όσο και εξαιτίας της εμφάνισης στο προσκήνιο νέων ιστορικών που αμφισβήτησαν τις παραδομένες απόψεις της μαρξιστικής ιστοριογραφίας για το 1821. Έκτοτε ο Ιωάννης Καποδίστριας έχει μείνει ξανά «ορφανός» από την αριστερά, οι δε υποψήφιοι «ανάδοχοί» του επιμένουν να τηρούν μια μυστήρια σιγήν ιχθύος, ειδικά τώρα που το θέμα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα.

Συμπεράσματα                

Όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει επί τροχάδην από την παραπάνω πυκνή παρουσίαση είναι ότι η τύχη του Ιωάννη Καποδίστρια στην ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία είναι αμφιταλαντευόμενη μεταξύ απόρριψης, κριτικής υποδοχής και ένθερμης υποστήριξης. Ενώ οι γνώμες της πρώτης γενιάς των κομμουνιστών του Μεσοπολέμου, σχηματίστηκαν μέσω της απόπειρας εφαρμογής της μαρξικών ιστοριογραφικών σχημάτων, η βαθμιαία μετατόπιση που άρχισε να συντελείται από την δεκαετία του 1940 και μετά δεν υπάκουε σε κάποια αναθεωρημένη ιστορική μέθοδο, αλλά υποκινούνταν από την αλλαγή πλεύσης της κομμουνιστικής στρατηγικής μεταπολεμικά και την ανάγκη για μια αναδρομική ιστορική πλαισίωση με «ιστορικά παραδείγματα» της πολιτικής αναγκαιότητας της νέας στρατηγικής.

Υποσημειώσεις

[1] Ο Marx στον Engels, 3-5-1984, Παρατίθεται στο Παναγιώτης Κονδύλης (επιμ.), Karl Marx – Friedrich Engels, Η Ελλάδα, Η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Γνώση, Αθήνα 1985, σελ. 353. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο γραπτός λόγος του Μαρξ όταν απευθύνεται στον στενό συνεργάτη του, Engels. Πολύγλωσσος και ευρυμαθής ο ίδιος, χρησιμοποιεί συχνότερα την γερμανική γλώσσα στην μεταξύ τους αλληλογραφία, την οποία εμπλουτίζει με διάφορες λέξεις στα αγγλικά ή στα γαλλικά, όπως π.χ. εδώ με τις λέξεις «king» και «infamous».

[2] Ενδεικτικά βλ. Γρηγόριος Δαφνής, Ιωάννης Α. Καποδίστριας: η γένεση του ελληνικού κράτους, Ίκαρος 1976, σελ. 416-420. Επίσης Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων, Γαλαξίας 1970.

[3] Γ. Σκληρός, Το κοινωνικό μας ζήτημα, Εκδόσεις Διεθνούς Επικαιρότητας, Αθήνα 1971.

[4] Αναφερόμαστε στην πρώτη έκδοση του βιβλίου, η οποία έγινε το 1924, προτού υποστεί τις κρίσιμες αλλαγές από τον ίδιο τον συγγραφέα της και κυκλοφορήσει εκ νέου, ουσιαστικά αναθεωρημένη το 1946 με την μορφή που κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Για περισσότερα βλ. Γιάννης Μηλιός, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1996.

[5] Σεραφείμ Μάξιμος, Ο Καποδίστριας και η Ελληνική Επανάσταση, περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τευχ. 23-24 (Δεκέμβριος 1956), σελ. 458-461.

[6] Γιάννης Ζεύγος, Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας (μέρος πρώτο), Διόνυσος, Αθήνα 1945, σελ. 84

[7] Γιάννης Ζεύγος, ό.π., σελ. 91

[8] Διαθέσιμο ελεύθερα στο marxists.org

[9] Αναλυτικότερα βλ. Γιάννης Μηλιός, ό.π. και Γιώργος Μπουμπούς, Μαρξιστικές αναγνώσεις του εικοσιένα: από τον Σκληρό στον Κορδάτο (1919-1924), περ. Δοκιμές (τευχ. 1) 1994, σελ. 116-132.

[10] Βλ. για παράδειγμα Σταύρος Παναγιωτίδης, Ο στρατηγός Μακρυγιάννης και η ελληνική Αριστερά: μια περίπτωση συμβολικής αναδρομικής οικειοποίησης, στον συλλογικό τόμο «Οι αναγνώσεις του 1821 και η Αριστερά», Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, ειδικό ένθετο στην εφημερίδα «Αυγή».

[11] Αναλυτικότερα βλ. Χρήστος Λούκος, Ο «κοινωνικός Καποδίστριας»: η αποκατάστασή του στις αριστερές συνειδήσεις, στον συλλογικό τόμο «Οι αναγνώσεις του 1821 και η Αριστερά», ό.π., σελ. 83-95.

[12] Λεωνίδας Στρίγκος, Η επανάσταση του 1821, Θεμέλιο, Αθήνα 1966, σελ. 250.

[13] Γ. Βαλέτας, Το προδωμένο εικοσιένα, Φιλιππότη, Αθήνα 1979, σελ. 37 επ.

[14] Βλ. ενδεικτικά Δ. Λουλές, Η δολοφονία του Ι. Καποδίστρια και η Ρωσία, περ. Μνήμων τευχ. 10, 1985, σελ. 77-95. Επίσης Γκρίγκορι Αρς, Ο πρώτος κυβερνήτης, εφημ. «Ριζοσπάστης» (14-11-1976).

[15] Γκρέγκορι Αρς, Ο ρόλος του Καποδίστρια στην Ελλάδα, στον συλλογικό τόμο Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, Η επανάσταση του Εικοσιένα: επιστημονιικό Συμπόσιο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981, σελ. 291.

Η ναυτιλία των Γραικών, ο πόλεμος και η κρίση του 1815

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Traverso Antifa (τευχ. 1, Απρίλης 2020, ειδική ψηφιακή έκδοση).

Διαθέσιμο στο site της συνεργασίας αντιφασιστικών ομάδων antifa community.

.

Η ναυτιλία των Γραικών, ο πόλεμος και η κρίση του 1815

Ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας έχει μια ηγεμονική θέση σε κάθε συζήτηση που αφορά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η εφοπλιστική δραστηριότητα που ανέπτυξαν οι οθωμανοί και βενετοί υπήκοοι όλο το 18ο αιώνα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της οικονομικής ιστορίας του «πρώιμου νέου ελληνισμού», ενώ έχει καθοριστική σημασία στις προσεγγίσεις που έχουν διατυπωθεί από την μαρξίζουσα διανόηση – και όχι μόνο – για τη φύση και το χαρακτήρα του ελληνικού κράτους, απόψεις που επηρεάστηκαν και επηρέασαν την στρατηγική του οργανωμένου κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος εδώ και έναν αιώνα. Το αν οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι έμποροι, στην ξηρά και τη θάλασσα, συγκρότησαν μια αστική τάξη, η υιοθέτηση (ή μη) της νεοελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας και η συσχέτιση με τους κύκλους της διασποράς, ο βαθμός συμπόρευσης ή και ταύτισης με τους προεστούς και τους κοτζαμπάσηδες, τα επίπεδα αύξησης των διεθνών εμπορικών συναλλαγών και η υπαγωγή της οθωμανικής παραγωγής στις ανάγκες της παγκόσμιας εμπορευματικής κυκλοφορίας, και τέλος η ίδια η σημασία των μεταφορών εμπορευμάτων ως διαδικασία αξιοποίησης μέσα στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και ισχύος, όλα αυτά είναι ζητήματα που αναδεικνύουν την ανάλυση της ελληνόκτητης ναυτιλίας ως κομβικής για την προσέγγιση των όρων διαμόρφωσης του ελληνικού κράτους και του ελληνικού καπιταλισμού.Σ’αυτό το κείμενο δεν θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε όσα αναφέρονται παραπάνω αλλά να δούμε επιγραμματικά κάποιες βασικές πρακτικές και διαδικασίες που καθόρισαν την ανάπτυξη του ελληνόκτητου εφοπλισμού έτσι ώστε να φωτίσουμε κάποιες πτυχές τους.

Σημαίες στόλου του Ιονίου (1700-1821)
Σημ.: Τα γραφήματα και οι πίνακες προέρχονται από το Χαρλαύτη Τζ. Παπακωνσταντίνου Κ., Η ναυτιλία των Ελλήνων 1700 – 1821, Κέδρος, 2013.

Ο μακρύς και ιστορικά πυκνός 18ος αιώνας είναι η περίοδος ανάπτυξης αυτού που ξέρουμε ως ελληνόκτητη ναυτιλία.  Είθισται η κυρίαρχη εθνοκεντρική οπτική να εμφανίζει αυτήν τη ανάπτυξη ως ενιαία με βάση την κοινή (ελληνική)καταγωγή των πλοιοκτητών. Στην πραγματικότητα, όχι μόνο απουσίαζε η όποια εθνική ταυτότητα στο μεγαλύτερο μέρος του αιώνα στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο ,αλλά και η ανάπτυξη της ναυτιλίας των γραικών συνέβη μέσω δύο διαφορετικών διαδικασιών. Σε πρώτη φάση αναπτύσσεται το θαλάσσιο εμπόριο  των επτανήσων, που για αιώνες ανήκουν στο βενετικό κράτος, το 1797 καταλαμβάνονται από τον Ναπολέοντα, έπειτα από τους Ρώσους, μετά τους Άγγλους για να ενταχθούν στο ελληνικό κράτος τη δεκαετία του 1860. Η Βενετία, αν και παρηκμασμένο κράτος, είχε εδραιωμένες εμπορικές σχέσεις στην Αδριατική και τη δυτική μεσόγειο και μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται ο επτανησιακός στόλος. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτού του στόλου ανήκει στην Κεφαλλονιά (63,7%), για να ακολουθήσει η Ζάκυνθος (16,8%) και έπειτα τα υπόλοιπα επτάνησα με μονοψήφια ποσοστά[1]. Οι δεσμεύσεις που επέβαλλε η Βενετία στους υπηκόους της που διεξήγαν εμπόριο (κυρίως υποχρεωτικές νηοπομπές και χρήση βενετικής σημαίας) έστρεψε πολλούς από αυτούς σε πρακτικές αποφυγής των περιορισμών όπως το λαθρεμπόριο, οι συνιδιοκτησίες και οι επενδύσεις στον οθωμανικό χώρο, που έδιναν και τη δυνατότητα χρήσης οθωμανικής σημαίας. Λόγω της μεγάλης σημασίας του θαλάσσιου εμπορικού άξονα του Ιονίου και της Αδριατικής, τα πρώτα οθωμανικά λιμάνια που αναπτύχθηκαν ήταν το Μεσολόγγι και το Γαλαξείδι. Τα νησιά που μας είναι γνωστά από το 1821, όπως η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, αναπτύσσονται απότομα μετά τη ρωσο – οθωμανική συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, και με διαφορετικό τρόπο.

Σημαίες στόλου της Ύδρας και των Σπετσών (1700-1821)

Το εμπόριο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, λόγω της απουσίας προστατευτισμού, βρισκόταν στα χέρια των μεγάλων δυτικών δυνάμεων, όπου με την παροχή διομολογήσεων μπορούσαν να διεξάγουν εμπόριο με ευνοϊκότερους όρους σε σχέση με τους οθωμανούς υπηκόους. Όπως είναι λογικό η εμπλοκή των δυτικών στο οθωμανικό εμπόριο κατέστησε αναγκαία τη συνεργασία με οθωμανούς υπηκόους, ανθρώπους που ήξεραν τη γλώσσα του χώρου εμπορίας αλλά και εν γένει την οθωμανική πραγματικότητα, ανθρώπους ενίοτε με κάποια αξιώματα που θα ήταν σε θέση να διαμεσολαβήσουν για τον εντολέα τους μεταξύ των θεσμών και των αξιωματούχων της αυτοκρατορίας για την διευκόλυνση της εμπορικής πράξης. Αυτοί ήταν οι μπερατλήδες, οι μη μουσουλμάνοι οθωμανοί υπήκοοι που τελούσαν χρέη «μεταφραστή» ή «δραγουμάνου» για τους ευρωπαίους πρεσβευτές. Οι μπερατλήδες ορίζονταν με μπεράτι (berat) από την Υψηλή Πύλη, συνήθως ήταν έλληνες, αρμένιοι και εβραίοι ενώ ο αριθμός των μπερατλήδων που μπορούσε να έχει κάθε πρεσβευτής οριζόταν κάθε φορά στις διομολογήσεις[2].  Το καθεστώς του μπερατλή σήμαινε ότι τελούσε υπό την προστασία της εκάστοτε ξένης χώρας και αντιμετωπιζόταν όπως και οι ξένοι έμποροι. Σε αντίθεση , λοιπόν, με τους ραγιάδες δεν καλούνταν να πληρώσει κεφαλικό φόρο, υποχρεουνταν σε μικρότερα ποσά στους υπόλοιπους φόρους ενώ «είχε το δικαίωμα να μεταβιβάσει τα προνόμιά του στος γιους του και σε δύο “υπηρέτες” (hizmetkar), τους οποίους είχε δικαίωμα να απασχολεί»[3]. Καθώς, λοιπόν, το καθεστώς των μπερατιών διευρύνεται δημιουργείται μια πολυπληθής τάξη μη μουσουλμάνων –και κυρίως ελληνόφωνων- οθωμανών εμπόρων με διευρυμένες ελευθερίες που συγκεντρώνουν σταδιακά στα χέρια τους το θαλάσσιο οθωμανικό εμπόριο.

Αναχωρήσεις ελληνικών πλοίων από Ιόνιο και Αιγαίο (1700-1821)

Ένας από τους λόγους που οι παραπάνω διαδικασίες είναι σημανικές είναι γιατί μας δείχνουν τη βασική διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου μέσω της  «τυπικής» διεξαγωγής θαλάσσιου εμπορίου σε μια περίοδο σταθερής αύξησης των διεθνών εμπορικών συναλλαγών, και σε αντίθεση με οπτικές που απέδιδαν το ρόλο αυτό στην πειρατία. Η πειρατία, ειδικά αυτή του παραδοσιακού τύπου όπου ένα πλήρωμα δρα σχετικά αυτόνομα, επιτίθεται σε άλλα πλοία και καρπώνεται τη λεία για τον εαυτό του είναι φαινόμενο μειοψηφικό και εκλίπει τον 18ο αιώνα, αν και ακόμα και μετά την ίδρυση του ελληνικού κρατους πραγματοποιούνται λειοδικία για πειρατία, όπως αυτά που αφορούν την ληστοπειτατική κοινότητα της Μάνης. Η πειρατική δραστηριότητα έχει χαρακτηρισθεί ώς «προκεφαλαιοκρατικός τρόπος σχηματισμού κεφαλαίου»[4], ενώ πολλοί ιστορικοί είδαν στους πειρατές το θαλάσσιο αντίστοιχο των κλεφτών. Στην πραγματικότητα, πέρα από το επίσημο πολεμικό ναυτικό κάθε κράτους, οι ένοπλες θαλάσσιες δραστηριότητες κυμαίνονταν μεταξύ κούρσου και καταδρομών. Χαρακτηριστική περίπτωση κούρσου αποτελούν τα λεγόμενα «πειρατικά κράτη» της Μπαρμπαριάς (Τύνιδα, Αλγέρι, Τρίπολη) όπου τυπικά ανήκουν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, πολεμούν για λογαριασμό της ή κάνουν επιδρομές σε ανταγωνιστικούς της στόλους, και συνάπτουν συμφωνίες έναντι αμοιβής με άλλα κράτη για να αφήνουν ανενόχλητα τα εμπορικά πλοία που φέρουν τη σημαία τους. Η πρακτική, όμως, στην οποία διακρίνονται οι γραικοί πλοιοκτήτες είναι αυτή των καταδρομών. Οι καταδρομείς «είχαν την άδεια να ασκήσουν βία στη θάλασσα, με την υποχρέωση να ακολουθήσουν τους νόμους και τις ρυθμίσεις του κράτους που υπηρετουσαν»[5]. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν πολεμικό στόλο που νοικιάζεται από τα κράτη είτε για συμμετοχή στις μάχες στο πλάι του επίσημου πολεμικού ναυτικού και εναντίον των εχθρικών πολεμικών στόλων είτε για να χτυπούν τα εμπορικά πλοία του εχθρικού κράτους. Οι στόλοι αυτοί μπορούσαν κάλλιστα να έχουν μια τυπική εμπορική δραστηριότητα και σε πολεμικές περιόδους – ανάλογα με τη συνθήκη – να προβαίνουν σε συμφωνίες για καταδρομική επιχείρηση για συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Μια κανονική, νόμιμη και τυπική, εμπορική συμφωνία, μια κανονική καπιταλιστική επιχείρηση. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε γραικούς να λαμβάνουν μέρος στο Γαλλοαυστριακό πόλεμο (1729 – 1735), στον πόλεμο διαδοχής του Αυστριακού Θρόνου (1744-1748), στον βενετοοθωμανικό πόλεμο (1714-1718), ενώ πολεμούν μαζικά στο πλευρό των άγγλων κατά τον επταετή αγγλογαλλικό πόλεμο (1756 – 1763). Εκεί, όμως, που έχουμε την πιο μεγάλη ελληνική συμμετοχή είναι στους ρωσοοθωμανικούς πολέμους στα τέλη του αιώνα, μέσα από τους οποίους οι γραικοί πλοιοκτήτες αναλαμβάνουν σχεδόν μονοπωλιακά το εμπόριο σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας και πολλά νησιά του αιγαίου απολαμβάνουν πλέον διευρυμένη διοικητική αυτονομία. Είναι τόσο απότομη η ναυτιλιακή ανάπτυξη των αιγιακών εφοπλιστών που από το 1774 μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους πραγματοποιούν ίδιο αριθμό ποντοπόρων ταξιδιών σε σχέση με αυτούς του ιονίου από την αρχή του αιώνα.

Αριθμός ελληνικών πλοίων στην κεντρική Μεσόγειο (1700-1780)

Η συμμετοχή στον πόλεμο αποτέλεσε για την ελληνόκτητη ναυτιλία μια ευκαιρία για αύξηση των κερδών και απόκτησης προνομίων μέσω της σύμπλευσης με ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο πόλεμος των άλλων, όμως, αποτέλεσε μεγαλύτερη ευκαιρία κυρίως για τις εμπορικές προοπτικές που δημιουργούσε. Η απασχόληση των ευρωπαϊκών στόλων στις μεταξύ τους πολεμικές συγκρούσεις, η δέσμευση μέρους αυτού του στόλου στην Αμερική κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, οι αποκλεισμοί λιμανιών στα ξένα εμπορικά πλοία, η αύξηση των ναύλων λόγω κινδύνου, η συνεπακόλουθη μείωση της παραγωγής και η ανάγκη για τροφοδοσίες των εμπόλεμων δυνάμεων αποτέλεσε μια διαρκή και χρυση ευκαιρία για συσσώρευση κεφαλαίου. Την ώρα που οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι ανακατατάσουν την κυριαρχία στην Ευρώπη, τα ελληνικά πλοία κυκλοφορούν από τη Μεσόγειο μέχρι τον Ατλαντικό φορτωμένα  με σιτάρι και εμπορεύματα, αλλάζοντας σημαία από λιμάνι σε λιμάνι με βάση την φορολογική επιβάρυνση και την δήλωση θέσης ουδετερότητας – αυτός ειναι και ο λόγος που χρησιμοποιούν κυρίως την οθωμανική σημαία.

Το τέλος των Ναπολεόντιων πολέμων σημάνει μια τεράστια οικονομική κρίση στους γραικούς εμπόρους, που έχει συνδεθεί από πολλούς ιστορικούς με την πορεία προς το 1821. Την κρίση της ελληνόκτητης ναυτιλίας ακολουθούν και βιοτεχνικά κέντρα του οθωμανικού χώρου όπως του Τυράβου και των Αμπελακίων, αλλά και τμήμα της αγροτικής παραγωγής. Η ειρήνη στην Ευρώπη μεταφράζεται σε οικονομική καταστροφή. Το 1818 ο κύκλος εργασιών της ελληνόκτητης ναυτιλίας βρισκόταν στο 20% από ό,τι βρισκόταν στις αρχές της δεκαετίας. Τη ίδια χρονια στην Κρήτη δεν καταγράφεται καμία συμμετοχή του ντόπιου στόλου στο εξωτερικό εμπόριο, ενώ και η μονοπώληση του θαλάσσιου εμπορίου της Οδυσσού  που έφτανε το 90% του συνολικού εμπορίου, το 1821 φτάνει στο 27%. Στον ίδιο βαθμό επλήγη και η επιχειρηματική δραστηριότητα των εμπορικών οίκων της διασποράς. Έγραφε ο σπετσιώτης πολιτικός Ανάργυρος Χατζηαναργύρου: «Προώδευσαν, ναι, οι Σπετσιώται και επλούτησαν, αλλ’ ότε πραγματικώς ευρέθησαν είς θέσιν να κατασκευάσωσι τα κάλλιστα των πλοίων, ήτοι μετά το 1815, επήλθεν η ειρήνη τον κόσμου. Tο άπειρον δε χρηματικον αυτών είχε καταναλωθή εις την νανπηγίαν των, ουδαμώς καρποφόρησαν, διότι έκτοτε μέχρι τον 1821, ότε επανεστάτησαν, όχι μόνον δεν άνεδείχθησαν παραγωγό, αλλά και ζημίας επέφεραν τα ταξιδεύοντα πλοία των οικοκυραίων»[6]. Αυτήν την οικονομική καταστροφή που προκάλεσε η ειρήνη στους έλληνες πλοιοκτήτες αναγνώρισε και ο ιστορικος Λάμπρος Κουτσονίκας: «η επικερδής όμως αυτή περίστασις, γράφει, διήρκεσε μέχρι τον 1813-1814, διότι εν Ευρώπη αποκατέστη πλέον η γενική ειρήνη… περί το 1820-1821 δεν υπήρχον πλέον τα θαλάσσια κέρδη, απεναντίας επελθούσης της ειρήνης τον 1815, είχε σταματήσει το εμπόριον θαλάσσης»[7].

Αφίξεις ελληνόκτητων πλοίων στην Δυτική Μεσόγειο (1700-1821)

Ανεξάρτητα από τον βαθμό εμπλοκής των εκάστοτε πλοιοκτητών στα γεγονότα του 1821 – που είναι αναντίρρητα μεγάλος – είναι σαφές πως η εφοπλιστική εμπορική τάξη είχε σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους. Η εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων στον ελλαδικό χώρο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το τρόπο που η εμπορική τάξη διαχειρίστηκε αυτήν την κρίση. Τα χαρακτηριστικά που ανέπτυξαν οι γραικοί πλοιοκτήτες όλο τον 18ο αιώνα γίνονται συγκροτητικό στοιχείο του νέου κράτους. Η επιδίωξη του πολέμου και ο πόλεμος των άλλων ως ευκαιρία είναι ο τρόπος που θα βαδίσει ο ελληνικός καπιταλισμός όλο τον επόμενο αιώνα.

***

Το πρότζεκτ21 είναι μια αυτόνομη ομάδα έρευνας, τεκμηρίωσης και αυτομόρφωσης σχετικά με ζητήματα που άπτονται της εξέγερσης των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1821. Διαβάζει, ερευνά και συζητάει, ερασιτεχνικά και μεθοδικά από τις αρχές του 2019, όταν άρχισε να γίνεται κάτι περισσότερο από αντιληπτό ότι  το 2021 θα είναι μια χρονιά που θα πήξουμε στην εθνική ιδεολογία, τα στερεότυπα και το φολκλόρ. Μπροστά στην επικείμενη καταιγίδα τσαρουχιών, λοιπόν, να προετοιμαστούμε κατάλληλα.

Για επικοινωνία: project21athens@gmail.com

Στο διαδίκτυο: project21athens.wordpress.com


[1] Παγκράτης Γ., Η Ναυτιλιακή Επιχείρηση τον 18ο αιώνα: η περίπτωση των Ελλήνων υπηκόων της Βενετίας, στο Χαρλαύτη Τζ. Παπακωνσταντίνου Κ., Η ναυτιλία των Ελλήνων 1700 – 1821, Κέδρος, 2013, σελ.452.

[2] Λαΐου Σοφία, Η ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας και ο ρόλος του οθωμανικού κράτους στις αρχές του 19ου αιώνα, στο Χαρλαύτη Τζ. Παπακωνσταντίνου Κ., ό.π.,  Σελ 128

[3] Λαΐου Σοφία, ό. π. Σελ 129

[4] Λεονταρίτης Γεώργιος, Ελληνική εμπορική ναυτιλία 1453 – 1850, ΕΜΝΕ Μνήμων, 1981, σελ. 18.

[5] Χαρλαύτη Τζελίνα, Η αρπαγή και οι κίνδυνοι στη θάλασσα: πόλεμοι, κούρσος και πειρατεία στη Μεσόγειο του 18ου αιώνα, στο Χαρλαύτη Τζ. Παπακωνσταντίνου Κ., ό.π., σελ. 153

[6] Παρατίθεται στο Κρεμμυδάς Βασίλης, Η οικονομική κρίση στον ελλαδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα και οι επιπτώσεις στην επανάσταση του 1821, περ. Μνήμων τεύχος 6, 1977, σελ 25.

[7] Παρατίθεται στο Κρεμμυδάς Βασίλης. Ό.π. σελ 25.

Ανακοίνωση

Ενόψει των μέτρων έκτακτης ανάγκης και του κλίματος που έχει δημιουργηθεί αναβάλλονται οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις του πρότζεκτ 21 για τον μήνα Απρίλιο. Για την συνέχιση των μαθημάτων αυτομόρφωσης θα υπάρξει νεότερη ανακοίνωση.

Σχόλια στη Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζά (1774)

Του πρότζεκτ21

Δημοσιεύτηκε στο περ. Traverso Antifa (τευχ. 0, Φλεβάρης 2020).

Η Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζά (Küçük Kaynarca) υπογράφηκε το 1774 στο μικρό κι ασήμαντο χωριό Καϊναρτζά της σημερινής Βουλγαρίας, έδαφος που τότε ανήκε στην επικράτεια της Υψηλής Πύλης. Η υπογραφή της σήμανε την λήξη του Ρωσσο-οθωμανικού πολέμου που ξέσπασε το 1768 και είχε ως κύρια επιχειρησιακά μέτωπα την χερσόνησο την Μολδοβλαχία, την Βεσσαραβία, την Πελοπόννησο, το Αιγαίο κ.ά. Όπως μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει από το περιεχόμενο των διατάξεων, ο πόλεμος αυτός έληξε με ταπεινωτικούς για τους Οθωμανούς όρους. Εντούτοις, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ήταν ο πολλοστός σε μια σειρά υπολοίπων πόλεμος μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών μέσα στον 18ο και 19ο αιώνα. Η ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνάμεων των δύο αυτοκρατορικών στρατών σε θάλασσα και ηπειρωτική ενδοχώρα και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις που επέφερε η συνθηκολόγηση της ειρήνης του 1774 έχουν μια ξεχωριστή σημασία για την εξέλιξη του λεγόμενου «Ανατολικού Ζητήματος» γενικότερα και, ειδικότερα σε ό,τι μας αφορά ως πρότζεκτ21, για την διαμόρφωση του διεθνούς οικονομικού, διπλωματικού και πολιτικού πλαισίου της εξέγερσης των υπηκόων του Μοριά και των Πριγκιπάτων της Μολδοβλαχίας την Άνοιξη του 1821. Ασφαλώς, όλα τούτα τα ζητήματα δεν μπορούν να αναπτυχθούν εδώ, παρά μόνο με ταπεινές αξιώσεις περιληπτικής παρουσίασης.

Μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε παρακάτω για πρώτη φορά (εξ όσων γνωρίζουμε) στα ελληνικά την Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζά. Εδώ συνοδεύουμε την δημοσίευσή της με μερικά σχόλια, επιβοηθητικά για όποιον/α θελήσει να διεισδύσει λίγο βαθύτερα στα ζητήματα που άπτονται της υπογραφής της και του ιστορικού πλαισίου της. Για την μετάφραση του κειμένου τηρήθηκε μια κάπως «νομικοτεχνική» γλώσσα η οποία ασφαλώς δεν γνωρίζουμε αν και σε ποιον βαθμό αντιστοιχεί στην διπλωματική γλώσσα της εποχής. Όμως, παρότι τα φιλολογικού ενδιαφέροντος ζητήματα που άπτονται της Συνθήκης δεν είναι ήσσονος σημασίας[1] για την κατανόηση του πλαισίου και του πνεύματος της εποχής, εμείς θα επιμείνουμε να διαβάζουμε την Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή ως ένα ακόμα πολιτικό κείμενο που ήρθε να προστεθεί στις διακρατικές απόπειρες ρύθμισης του Ανατολικού Ζητήματος μέσα στην εποχή του. Και φαίνεται ότι η ανάδειξη των επιμέρους όρων αυτού του περίφημου «Ζητήματος», ιδίως μέσα στην ιστορικότητά του, μπορεί να εγείρει ακόμα κάποια καίριας σημασίας ερωτήματα για την αμφισβήτηση των ιδεολογικών παραδοχών της εθνικής ιστοριογραφίας. Όπως γίνεται ήδη εξαρχής αντιληπτό σε εμάς, και ελπίζουμε στο μέλλον να γίνει σε περισσότερους, η εθνική αφήγηση είναι διάτρητη και οι οπές της είναι πολλαπλές. Αρκεί να κοιτάξουμε προσεχτικά για να τις εντοπίσουμε. Κι αρκεί να στοχεύσουμε νηφάλια για να τις πετύχουμε.

***

Ο ρωσσο-οθωμανικός πόλεμος του 1768-1774 για την Ρωσσία αποτέλεσε το ξεκίνημα μιας επιτυχημένης υλοποίησης ενός γενικότερου και χρόνιου στρατηγικού σχεδιασμού που περιελάμβανε την δημιουργία αυτοκρατορικού ναυτικού στόλου και την άσκηση πίεσης, μέσω αυτού, στα κέντρα θαλάσσιου ελέγχου του Σουλτάνου, όπως αυτά είχαν διαμορφώσει de facto την ισχύ τους στην Μαύρη Θάλασσα (η οποία μέχρι τότε γινόταν αντιληπτή διεθνώς ως μια «οθωμανική λίμνη») και στις θαλάσσιες οδούς του Αιγαίου και της Μεσογείου, οι οποίες σταδιακά περιέρχονταν στην κυριαρχία των χριστιανών καπετάνιων και καραβοκύρηδων της Πύλης, μετά την παρακμή του βενετικού στόλου. Απτή αποτύπωση αυτού του σχεδιασμού ήταν η εκστρατεία που οργάνωσε και έφερε εις πέρας ο προστατευόμενος της Αικατερίνης της Β’ υψηλόβαθμος αξιωματικός του ρωσσικού αυτοκρατορικού ναυτικού, Αλεξέι Ορλώφ. Οι ρωσσικές αρμάδες εκστράτευσαν διαδοχικά το 1769 από την Κροστάνδη και αφού διέσχισαν την Βαλτική Θάλασσα και τον βόρειο Ατλαντικό ωκεανό, διέπλευσαν τα στενά του Γιβραλτάρ και μπήκαν στην Μεσόγειο Θάλασσα. Έναν και πλέον χρόνο μετά το ξεκίνημα του ταξιδιού τους, τον Φεβρουάριο του 1770, μια εξ αυτών αγκυροβόλησε στο Οίτυλο της Μάνης, όπου οι Ρώσσοι πράκτορες που από χρόνια εξύφαιναν τα νήματα της αντιοθωμανικής ανταρσίας[2], είχαν προετοιμάσει και εξοπλίσει τους ντόπιους προεστούς και κληρικούς για το ξέσπασμα μιας εξέγερσης ενάντια στην εντολή του Σουλτάνου. Η υποκινούμενη εξέγερση έμεινε στην ιστορία ως «Ορλωφικά»[3] και, μολονότι κατεστάλη σχετικά σύντομα από τον οθωμανικό στρατό, το ξέσπασμά της αποτέλεσε ένα από τα κύρια μέτωπα του τότε ρωσσο-οθωμανικού πολέμου που, όπως είπαμε, εξελισσόταν σε όλο το μήκος της χερσαίας και θαλάσσιας γραμμής μεταξύ Κριμαίας και Αιγαίου από το 1768 έως το 1774.

Κατά την διάρκεια της εκστρατείας του ρωσσικού ναυτικού στην Μεσόγειο συνέβησαν κάποια ακόμα ουσιώδους σημασίας γεγονότα που συνέτειναν στην ανακατάταξη των όρων της ισχύος στους θαλάσσιους ανταγωνισμούς της εποχής, όπως αυτοί αποτυπώθηκαν στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Σε μια ανατριχιαστική μάχη[4] στις 26 Ιουνίου 1770 ο ρωσσικός στόλος συνέτριψε τον οθωμανικό στην ναυμαχία του Τσεσμέ, απέναντι από την Χίο. Η πανωλεθρία του οθωμανικού ναυτικού από τα ρωσσικά πλοία επιτεύχθηκε και με την αρωγή διαφόρων χριστιανών πειρατών που δρούσαν στα νερά του Αιγαίου, όπως π.χ. του Ιωάννη Βαρβάκη, οι οποίοι διέθεσαν τα εμπορικά πλοία τους στην υπηρεσία της ρωσσικής πολεμικής μηχανής. Η στρατιωτική, και κατά συνέπεια εμπορική, κυριαρχία των ρωσσικών και ελληνικών πλοίων αποτυπώθηκε έκτοτε με την εγκαθίδρυση του ρωσσικού ναυτικού στο Αιγαίο, όπου με ορμητήριο την Νάουσα της Πάρου, οργάνωσε τις εμπορικές κινήσεις του μέχρι την συνθηκολογημένη αποχώρησή του το 1774, όπως προβλέφθηκε με το αρ. 17 και το αρ. 24 παρ. 2 της Συνθήκης.

Όπως προβλεπόταν στο κείμενο της Συνθήκης (αρ. 7), η Ρωσσία κατέστη η προστάτιδα δύναμη των χριστιανών υπήκοων της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της παρασχέθηκε επιπλέον το δικαίωμα να ιδρύει προξενεία και να στέλνει αντιπροσώπους σε όποια οθωμανική πόλη υπήρχε πολυάριθμη χριστιανική κοινότητα. Αυτό σήμανε de facto την αναβάθμιση του διεθνούς πολιτικού ρόλου της, ο οποίος σε συνδυασμό με την από τότε δαιμόνια ρωσσική διπλωματία, συνετέλεσε στον μέγιστο βαθμό στις επερχόμενες εξεγέρσεις του 19ου αι. σε όλα τα μήκη και πλάτη της οθωμανικής επικράτειας. Οι Ρώσσοι διπλωμάτες πάτησαν για τα καλά το πόδι τους στο μαλακό υπογάστριο της Υψηλής Πύλης, δηλαδή στις χριστιανικές κοινότητες (ελληνόφωνες, σλαβόφωνες, αλβανόφωνες, αρμενόφωνες κ.λπ.) που αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού που βρισκόταν εγκατεστημένος στην χερσόνησο του Αίμου. Οι διαδοχικές εξεγέρσεις που έκτοτε συνέβησαν διαδοχικά στα εδάφη του Μεγάλου Ασθενούς, στηριζόμενες κατ’ εξοχήν στο «ρωσσικό χρυσάφι και την ρωσσική επιρροή», όπως μας λέει κάπου αλλού ο Engels[5], ήταν η απτή απόδειξη της νέας κατάστασης, του νέου status quo στα Βαλκάνια και την εγγύς περιοχή.

Μία ακόμα εξόχως σημαντική για την «ελληνική υπόθεση» παράμετρος που ρυθμίστηκε με το γράμμα της Συνθήκης ήταν η τύχη των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, δηλαδή των Πριγκιπάτων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, οι οποίες από τις αρχές του 18ου αι. βρισκόταν υπό την δικαιοδοσία Φαναριώτικων οικογενειών και στις οποίες ιδρύθηκαν και δραστηριοποιήθηκαν, στην συνέχεια του αιώνα, σπουδαία εμπορικά κέντρα της ελληνόφωνης χριστιανικής κοινότητας του Σουλτάνου. Με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζα, ο ρωσσικός στρατός να αποχώρησε από τα Ρουμανικά Πριγκιπάτα (αρ. 24), τα τελευταία όμως ετέθησαν υπό ένα ειδικό καθεστώς αυτοδιοίκησης το οποίο, σε συνδυασμό με την αναγωγή της Ρωσσίας σε προστάτιδα δύναμη του Ρουμ millet (χριστιανική κοινότητα), είχε ως αποτέλεσμα να αυτονομηθεί η Μολδοβλαχία από την δικαιοδοσία της Υψηλής Πύλης και να τεθεί υπό τον διακριτικό έλεγχο της ρωσσικής επιρροής. Έκτοτε, η ρωσσική εξωτερική πολιτική δεν έπαυσε να αλωνίζει στις περιοχές αυτές, εξυφαίνοντας τα νήματα της ανταρσίας, με αποκορύφωμα τον Φεβρουάριο του 1821, όταν οργάνωσε στο Κισνόι της Βεσσαραβίας, υπό την διοίκηση του Στρατηγού του ρωσσικού στρατού, πρίγκηπα Αλέξανδρου Υψηλάντη, μια ακόμα αντιτουρκική εξέγερση.[6]

Αντίθετα με τα Πριγκιπάτα της Βλαχίας και της Μολδαβίας, η συνορεύουσα επαρχία της Βεσσαραβίας τέθηκε υπό τον ρωσσικό έλεγχο (αρ. 16) και έκτοτε αποτέλεσε παραδοσιακά προμαχώνα των ρωσσικών πολεμικών επιχειρήσεων στα εδάφη της Μολδοβλαχίας. Μια ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται εδώ για την ρύθμιση της παραγράφου 3 του αρ. 16 της Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία η Υψηλή Πύλη υποχρεώθηκε να επιστρέψει στις Μονές του Πατριαρχείου τα κτήματα που παρανόμως κατέκτησε κατά την διάρκεια του πολέμου. Η έγγειος ιδιοκτησία των χριστιανικών Μονών στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα αποτέλεσε το κατεξοχήν μέσο πλουτισμού των τοπικών ηγεμόνων (Βογιάρων) και των Φαναριωτών γραφειοκρατών. Η οργάνωση της φοροσυλλογής και της καλλιέργειας των τεράστιων εκκλησιαστικών εκτάσεων αποτέλεσε, επίσης, διαχρονικό σημείο τριβής μεταξύ της Φαναριώτικης Δυναστείας και των ακτημόνων αγροτών και, όπως θα δούμε αναλυτικότερα αλλού, εκφράστηκε με τον πλέον εμφατικό τρόπο το 1820-1821 με το ξέσπασμα της κοινωνικής-αγροτικής εξέγερσης του Ρουμάνου επαναστάτη Tudor Vladimirescu, ο οποίος στράφηκε ενάντια στην Φαναριώτικη εντολή προτού δολοφονηθεί ύπουλα από τα όπλα της φρουράς του Ρώσσου πρίγκηπα και αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρου Υψηλάντη.[7]

Τελευταία, αλλά εξίσου σημαντική με τις υπόλοιπες, ήταν η πρόβλεψη του αρ. 11 της Συνθήκης δυνάμει της οποίας προβλέφθηκε ο ελεύθερος διάπλους των φερόντων ρωσσική σημαία πλοίων από τον Βόσπορο. Αυτή η εξέχουσας πολιτικής σημασίας ρύθμιση, όπως διατυμπανίζει ακούραστα η εθνική ιστοριογραφία έκτοτε, συνετέλεσε μεσοπρόθεσμα στην ανάπτυξη της ελληνόκτητης ναυτιλίας, ιδιαίτερα αυτής των νησιών του Αιγαίου.

Για τους λόγους αυτούς η Συνθήκη ορθά θεωρείται ως η εναρκτήρια φάση της σύναψης οικονομικών δεσμών μεταξύ Ελλήνων και Ρώσσων, όχι ανεξάρτητα από την ευρωπαϊκή συγκυρία και τις αλλαγές στις στοχεύσεις της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής. Η εγγυημένη μέσω της διεθνούς προστασίας της εποχής κάθοδος των φερόντων ρωσσική σημαία πλοίων στην Μεσόγειο επικύρωνε την παγιωμένη επιδίωξη της ρωσσικής εξωτερικής πολιτικής να αποκτήσει ερείσματα και πρόσβαση στα εμπορικά λιμάνια του Αιγαίου κι από εκεί στους θαλάσσιους δρόμους που οδηγούσαν προς την Ανατολία (βλ. σχετ. αρ. 12) και την ηπειρωτική Ευρώπη αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, κινητήριος μοχλός των ρωσσικών επεκτατικών επιδιώξεων ήταν η αυξημένη παραγωγή σιτηρών στα εδάφη της τότε Βεσσαραβίας και της Νέας Ρωσσίας, η οποία με τον τρόπο αυτό επιχειρούσε να αποκτήσει προνομιακή πρόσβαση στις αγορές της Ευρώπης που μαστίζονταν επί χρόνια από έναν ανελέητο ενδοευρωπαϊκό πόλεμο. Για τους ελληνόφωνους χριστιανούς εμπόρους και πλοικτήτες, τούτη η Συνθήκη διαμόρφωνε ταυτόχρονα οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο δραστηριοποίησης, καθότι σήμαινε την χάραξη δρόμων από τα νησιά του Αιγαίου προς την Μαύρη Θάλασσα για τη φόρτωση των εμπορευμάτων, αφετέρου την παράδοσή τους στα ευρωπαϊκά λιμάνια που την περίοδο 1780-1815 βρέθηκαν σε μεγάλη κρίση λόγω των εντεινόμενων πολέμων και των ναυτικών αποκλεισμών.[8]

                Στο συγκεκριμένο τρίγωνο που βλέπουμε να σχηματίζεται μπροστά μας, οι σιτοβολώνες της ρωσσικής και ουκρανικής επαρχίας παράγουν το πολύτιμο για την εν καιρώ πολέμου περίοδο εμπόρευμα του σίτου. Το τελευταίο, φορτώνεται σε ελληνικά βαπόρια στα λιμάνια της Νότιας Ρωσσίας και του Δούναβη κι από εκεί, μέσω της Μαύρης Θάλασσας, του Αιγαίου και της Αδριατικής, φτάνει στις μεσογειακές ακτές της ευρωπαϊκής ηπείρου σχηματίζοντας τους δικούς του εμπορικούς δρόμους: Γαλάτσι, Ισμαήλι, Οδησσός, Τανγκαρόνγκ, Δαρδανέλλια, Ψαρρά, Πάρος, Μεσολόγγι. Κι από εκεί Τεργέστη, Λιβόρνο, Γένοβα, Μασσαλία, Αλικάντε, Κάδιξ, Λισαβόνα κ.ά. Η Μαύρη και η Λευκή Θάλασσα αρχίζει να μετατρέπεται μέσω αυτών των νέων πρακτικών σε ενιαίο εμπορικό χώρο και οι Παραδουνάβιες Ηγεμονίες της Βλαχίας και της Μολδαβίας αποκτούν νέους σημαίνοντες ρόλους στην εμπορευματική κυκλοφορία. Πλάι στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη, τα νησιά του Αιγαίου ξεκινούν να εξαρτώνται οικονομικά από την εμπορευματική αυτή παραγωγή και να εισέρχονται με αξιώσεις πρωτοκαθεδρίας στο θαλάσσιο εμπόριο της εποχής. Εμπορικοί οίκοι ελληνικών συμφερόντων ξεκινούν να ιδρύονται στην ευρύτερη περιοχή και τα λιμάνια του Γαλατσίου, του Ρένι, του Ισμαήλ κ.ά., τα οποία χρησιμεύουν ως κέντρα εφοδιασμού της ρωσσικής ενδοχώρας (Βεσσαραβίας), ανατιμώνται ως προς τις νέες τους δυνητικές χρήσεις. Από την άλλη, η εμβληματική Οδησσός, μια πόλη που ιδρύθηκε το 1794 ως απτή και υλική έκφραση της ρωσσικής πολιτικής περί ναυτικής καθόδου και περικύκλωσης της Μαύρης Θάλασσας, θα αποτελέσει στο άμεσο μέλλον με την ίδρυση εκεί της Φιλικής Εταιρείας, πυλώνα σύγκλισης των ρωσσικών συμφερόντων που απεργάζονταν μια προνομιακή θέση σε μια μελλοντική εξέγερση των ελληνόφωνων χριστιανών. Κι αυτή η μελλοντική εξέγερση, όπως θα δούμε άλλού, δεν θα αφηνόταν στην τύχη της.


[1] Για περισσότερα βλ. Roderic H. Davison, The “dosografa” Church in the Treaty of Kuchuk Kainardji Reconsidered, Slavic Review vol. 35, September 1976, pp.463-483.

[2] Βλ. σχετ. Γιούρι Ντμίτριεβιτς Πριάχιν, Οι απεσταλμένοι της Ρωσσίας στα Βαλκάνια (18ος αιώνας). Περιλαμβάνεται στο Δοκίμια Ναυτικής Ιστορίας Ελλάδας-Ρωσίας 18ος-19ος αιώνας, Ασίνη 2016.

[3] Για μια κριτική παρουσίαση της εθνικής ιστοριογραφίας για τα «Ορλωφικά» βλ. Νίκος Ροτζώκος, Εθναφύπνιση και Εθνογέννεση: Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, Βιβλιόραμα 2007.

[4] Για μια αναλυτική εξιστόρηση της Ναυμαχίας του Τσεσμέ και μια εισαγωγή στο διεθνές πλαίσιο του ρωσοτουρκικού πολέμου βλ. Ευγένιος Ταρλέ, Η ναυμαχία του Τσεσμέ και η πρώτη ρωσική εκστρατεία στο Αιγαίο, μετάφραση από τα ρωσικά Όλεγ Τσυμπένκο, Εκάτη 2003.

[5] Για την πληρέστατη παρουσίαση των απόψεων των Μαρξ και Ενγκελς σε σχέση με την ελληνική επανάσταση του 1821 βλ. το Παναγιώτης Κονδύλης (εισαγωγή-μετάφραση-υπομνηματισμός), Κ. Μαρξ – Φρ. Ένγκελς: Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Γνώση 1985.

[6] Για μια ξεχωριστή αφήγηση της εξέγερσης στην Μολδαβλαχία το 1821 από δύο υψηλόβαθμους συμμετέχοντες σε αυτήν βλ. Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμέλεια-σχόλια), Δύο πρίγκηπες στην ελληνική επανάσταση: επιστολές αυτόπτη μάρτυρα και ένα υπόμνημα του πρίγκηπα Γεώργιου Καντακουζηνού, Ασίνη 2015.

[7] Για μια συγκριτική παρουσίαση της ελληνικής και της ρουμανικής ιστοριογραφίας σε σχέση με την δράση των Υψηλάντη και Vladimirescu βλ. Δημήτρης Κοντογεώργης, Μεταξύ πανδούρων και βογιάρων: οι Φιλικοί στο Βουκουρέστι και στο Ιάσιο. Περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων 2018.

[8] Για μια εξαντλητική παρουσίαση των ζητημάτων που αφορούν στην ανάπτυξη της ελληνόκτητης ναυτιλίας πριν το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1821 βλ. Τζελίνα Χαρλαύτη-Κατερίνα Παπακωνσταντίνου (επιμ.), Ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1821: ο αιώνας της ακμής πριν από την επανάσταση, Κέδρος 2013.

Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (Küçük Kaynarca), 1774

Μετάφραση-επιμέλεια: πρότζεκτ21

Πηγή: Great Britain, Parliamentary Papers,1854, vol. 72, pp. 171-79. Διαθέσιμο ελεύθερα στο δίκτυο.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΘΗΚΗ

ΑΡΘΡΟ 1

Από σήμερα και στο εξής όλες οι εχθροπραξίες και οι εχθρότητες που μέχρι τώρα επικρατούσαν θα παύσουν οριστικά και όλες οι εχθρικές πράξεις και οι πολεμικές επιχειρήσεις που ασκούνταν από κάθε πλευρά, είτε δια της ισχύος των όπλων, είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, θα πρέπει να θαφτούν στην αιώνια λήθη, χωρίς να ληφθεί εκδίκηση για όλα τούτα, ποτέ και με κανέναν τρόπο. Στον αντίποδα, θα πρέπει να επιτευχθεί μια αιώνια, σταθερή και απαραβίαστη ειρήνη, όπως διά ξηράς έτσι και διά θαλάσσης. Σε αυτό το πνεύμα, θα πρέπει να καλλιεργηθεί μεταξύ των δύο Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, ήτοι αφενός της Αυτού Μεγαλειότητας Αυτοκράτειρας όλων των Ρώσσων και αφετέρου της Υψηλότητας του Σουλτάνου, των διαδόχων και των κληρονόμων Αυτών, καθώς επίσης και μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών, των κρατών και των εδαφών τους, των υπηκόων και των κατοίκων τους μια ειλικρινής και απαραβίαστη φιλία, μέσω της σχολαστικής εφαρμογής και προάσπισης των κατωτέρω διατάξεων.

Ώστε κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να αναλάβει σε βάρος του άλλου οποιαδήποτε εχθρική πράξη και σχεδιασμό, κρυφά ή φανερά. Και ως επακόλουθο της αναβίωσης μιας τόσο ειλικρινούς φιλίας, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη χορηγούν αντίστοιχα το ένα στους υπηκόους του άλλου χάρη και γενική αμνηστία χωρίς διακρίσεις, σε όσους μπορεί να έχουν κατηγορηθεί ή κριθεί ένοχοι για οποιοδήποτε έγκλημα εναντίον του ενός ή του άλλου κράτους. Ακόμα, παραδίδουν και αφήνουν ελεύθερους όλους τους αιχμάλωτους πολέμου και τους κρατούμενους, επιτρέπουν τον επαναπατρισμό όλων των εξορίστων  με την ρητή δέσμευση να αποκαταστήσουν, μετά την ειρήνη, όλα τα προνόμια και την περιουσία που απολάμβαναν και να μην επιτρέπουν σε τρίτους την προσβολή τους, ύβρη ή βλάβη με οποιοδήποτε πρόσχημα. Αλλά (δεσμεύονται) ο καθένας από αυτούς να μπορεί να ζει με την εγγύηση και την προστασία των νόμων και των εθίμων της πατρίδας του, με τον ίδιο τρόπο όπως ακριβώς και οι συντοπίτες του.

ΑΡΘΡΟ 2

Σε περίπτωση που μετά την υπογραφή και την αμοιβαία επικύρωση της Συνθήκης, οποιοσδήποτε υπήκοος από τις δύο Αυτοκρατορίες διαπράξει κάποια ουσιώδη παράβαση ή κατηγορηθεί για μη συμμόρφωση με την Συνθήκη ή για προδοσία και επιχειρήσει να κρυφτεί ή να αναζητήσει άσυλο σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες, δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να φιλοξενηθεί, αλλά αντίθετα θα πρέπει να συλληφθεί και να απελαθεί από τα εδάφη της χώρας, ώστε να μην ανακύψει κρίση αμοιβαίας εμπιστοσύνης ή ανώφελες αντιπαραθέσεις μεταξύ των μερών, χωρίς την εξαίρεση εντούτοις όσων υπηκόων της Ρωσσίας έχουν ασπαστεί την χριστιανική θρησκεία και όσων υπηκόων της Πύλης την μωαμεθανική. Υπ’ αυτή την έννοια, οποιοσδήποτε υπήκοος των δύο αυτοκρατοριών, Χριστιανός ή Μωαμεθανός, έχει διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα ή παράβαση ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο επιχειρήσει να περάσει από την μια αυτοκρατορία στην άλλη, θα πρέπει να συλλαμβάνεται αμέσως μέχρις ότου δοθεί νεότερη εντολή.

ΑΡΘΡΟ 3

Όλοι οι Τάταροι, οι διαμένοντες στην χερσόνησο της Κριμαίας, στο Μπουντζάκ (Bunjak), στο Κουμπάν (Kumban), καθώς και οι πληθυσμοί Edissans, Geambouiluks and Editschkuls­ θα πρέπει να αναγνωριστούν από τις δύο αυτοκρατορίες ως ελεύθερα έθνη δίχως καμία εξαίρεση και απολύτως ανεξάρτητα από κάθε ξένη δύναμη, κυβερνούμενα από τον δικό τους μονάρχη που θα κατάγεται από την φυλή του Τσένγκις Χαν, ο οποίος θα εκλεγεί και θα ανελιχθεί στον θρόνο από το σύνολο του ταταρικού λαού. Και ο οποίος μονάρχης θα πρέπει να τους κυβερνά σύμφωνα με του αρχαίους νόμους και τις συνήθειες, χωρίς να είναι υπόλογος σε καμία ξένη δύναμη. Γι’ αυτόν τον λόγο ούτε η τσαρική αυλή, ούτε η Υψηλή Πύλη πρέπει να παρέμβουν με οποιονδήποτε τρόπο στην εκλογή του ανωτέρω Χαν και στα λοιπά εσωτερικά, πολιτικά και αστικά ζητήματα των ίδιων. Αλλά στον αντίποδα θα πρέπει να αναγνωρίσουν το ανωτέρω ταταρικό έθνος ως πολιτικά και αστικά ανεξάρτητο κράτος, κατά τον ίδιο τρόπο που αναγνωρίζουν τις λοιπές δυνάμεις που κυβερνώνται από τον εαυτό τους και δίνουν αναφορά μόνο στον Θεό.

Η Ρωσσία, με την εξαίρεση των οχυρών του Κερτς (Kertz) και του Γενίκαλε (Jenicale), με όλα τα περί αυτών λιμάνια και εισόδους, τα οποία διατηρεί για τον εαυτό της, αφήνει στο ταταρικό έθνος όλες τις πόλεις, τα οχυρά, τους οικισμούς, τις περιοχές και τα λιμάνια που κατέκτησε στην Κριμαία και στο Κουμπάν. Η δε Υψηλή Πύλη δεσμεύεται κατ’ αντιστοιχίαν από την μεριά της να αποτινάξει κάθε κυριαρχικό ή οποιαδήποτε άλλης φύσης δικαίωμα διατηρούσε μέχρι πρότινος στην Κριμαία, στο Κουμπάν και στη νήσο Ταμάμ. Δεσμεύεται ακόμα να μην διατηρεί στρατό στις εν λόγω περιοχές, παραχωρώντας την εξουσία αυτών των περιοχών στους Τάταρους κατ’ αντίστοιχο τρόπο με την Αυλή της Ρωσίας.

ΑΡΘΡΟ 4

Επαφίεται στο φυσικό δικαίωμα κάθε Δύναμης να διαμορφώσει τις συνθήκες που εκείνη κρίνει ως πρόσφορες για την εφαρμογή της Συνθήκης. Κατά συνέπεια δίνεται σε κάθε μία από τις δύο Αυτοκρατορίες η απόλυτη και απεριόριστη ελευθερία να κατασκευάσουν εκ νέου, η καθεμιά στο δικό της κράτος και εντός των συνόρων της και σε κάθε περιοχή που η καθεμιά κρίνει ως πρόσφορη, εντός κάθε είδους οχυρού, πόλεως, οικισμού, κτιρίου και κατοικίας, καθώς και να επισκευάσουν και να αποκαταστήσουν τα παλαιά οχυρά, τις πόλεις τους οικισμούς κ.ο.κ.

ΑΡΘΡΟ 5

Μετά την υπογραφή της ιλαράς τούτης συνθήκης και την αναβίωση της καλής γειτονίας και μιας ειλικρινούς φιλίας, η Αυτοκρατορική Αυλή της Ρωσσίας θα κατέχει εφεξής μέσα στην Πύλη έναν υπουργό δευτέρας τάξεως, τουτέστιν έναν απεσταλμένο και ειδικό πληρεξούσιο υπουργό, η δε Πύλη οφείλει να επιδείξει σε αυτόν με κάθε επισημότητα την προσήλωση και τον σεβασμό που προβλέπεται για κάθε Υπουργό ξένης χώρας. Στα δε δημόσια γεγονότα, ο εν λόγω Υπουργός θα ακολουθεί τον Υπουργό της Αυτοκρατορίας, εάν είναι ίδιου βαθμού με τον τελευταίο, στην δε περίπτωση που είναι διαφορετικού βαθμού, οφείλει αυτόματα να ακολουθεί τον Πρέσβη της Ολλανδίας, άλλως, σε περίπτωση απουσίας του τελευταίου, εκείνον της Βενετίας.

ΑΡΘΡΟ 6

Εάν κάποιο άτομο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων του Ρώσσου υπουργού ή κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Υψηλή Πύλη, κριθεί ένοχο κλοπής ή διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος ή πράξης τιμωρούμενης, θα πρέπει, για να αποφύγει την ποινή του νόμου, να γίνει Τούρκος. Παρότι δεν μπορεί να εμποδιστεί να το πράξει αυτό, ωστόσο μετά την αποτυχία του να τιμωρηθεί, όλα τα κλεμμένα αντικείμενα θα αποκατασταθούν, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Υπουργού. Αλλά αυτοί που σε κατάσταση μέθης θα επιθυμήσουν να ενστερνιστούν το τουρμπάνι, δεν πρέπει να τους επιτραπεί να το πράξουν μέχρι να τελειώσει η μέθη τους και να επανέλθουν σε φυσιολογική κατάσταση. Ακόμη και τότε, η τελική τους δήλωση δεν θα ληφθεί υπόψη, εκτός εάν παρουσιαστεί ένας διερμηνέας που έστειλε ο Υπουργός, και κάποιος Μουσουλμάνος μάρτυρας απαλλαγμένος από την υποψία της μεροληψίας.

ΑΡΘΡΟ 7

Η Υψηλή Πύλη δεσμεύεται να προστατεύει διαρκώς και αδιάλειπτα την Χριστιανική θρησκεία και τις εκκλησίες της και επιπλέον επιτρέπει στους Υπουργούς της Αυτοκρατορικής Αυλής της Ρωσσίας της εκπροσώπηση σε κάθε περίπτωση για λογαριασμό τους, καθώς επίσης και για λογαριασμό της νέας εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη, για την οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 14, όπως και εκ μέρους των εκτελούντων χρέη υπουργών, για τους οποίους ομοίως υπόσχεται να δέχεται την εκπροσώπησή τους με τον δέοντα σεβασμό που προβλέπεται για κάθε έμπιστο αξιωματούχο γειτονικής και φιλικής χώρας.

ΑΡΘΡΟ 8

Οι υπήκοοι της Ρώσικης Αυτοκρατορίας, τόσο οι λαϊκοί όσο και οι κληρικοί, θα έχουν πλήρη ελευθερία και απεριόριστη ευχέρεια να επισκέπτονται την ιερή πόλη της Ιερουσαλήμ και άλλες τοποθεσίες ανάλογου ενδιαφέροντος. Κανένα χαράτσι ή συνδρομή ή δασμός ή φόρος δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται στους εν λόγω προσκυνητές και ταξιδιώτες, είτε στην Ιερουσαλήμ είτε οπουδήποτε αλλού, είτε καθ’ οδόν. Αντιθέτως θα πρέπει να τους χορηγηθούν ειδικά διαβατήρια και φιρμάνια, όμοια με εκείνα που χορηγούνται στους υπηκόους τρίτων φιλικών Δυνάμεων. Κατά την διάρκεια της παραμονής τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν θα πρέπει να υποστούν την παραμικρή βλάβη ή ζημία, αντιθέτως πρέπει να θέτονται κάτω από την αυστηρή προστασία του νόμου.

ΑΡΘΡΟ 9

Οι διερμηνείς της Ρώσικης Αυτοκρατορίας που διαμένουν στην Κωνσταντινούπολη, ανεξαρτήτως εθνικότητας, θα πρέπει να θεωρούνται και να αντιμετωπίζονται με κάθε ευγένεια και δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε κακομεταχείριση αναφορικά με τις εργασίες τις οποίες είναι εντεταλμένοι να εκτελούν.

ΑΡΘΡΟ 10

Εάν, μεταξύ της υπογραφής των παρόντων άρθρων της Συνθήκης και της κοινοποίησης των διατάξεων αυτής στους Διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων, λάβει χώρα οπουδήποτε ένοπλη συμπλοκή, κανένα μέρος δεν θα πρέπει να προβεί σε εχθροπραξία, ούτε σε παραγωγή τετελεσμένων γεγονότων, κάθε συμβείσα ζημία θα πρέπει να αποκατασταθεί, και κανένα προνόμιο δεν θα πρέπει να συγκεντρωθεί σε κανένα από τα δύο μέρη.

ΑΡΘΡΟ 11

Για την ευκολία και την εξυπηρέτηση των δύο αυτοκρατοριών, θα υπάρχει ελεύθερη και απρόσκοπτη ναυσιπλοϊα για όλες τις εμπορικές συναλλαγές που εκτελούν οι εδώ δύο Συμβαλλόμενες Δυνάμεις, σε όλες τις θάλασσες που βρέχουν τις ακτές τους. Η μεν Υψηλή Πύλη χορηγεί στα ρωσσικά εμπορικά πλοία, καθ΄ ον τρόπο χρησιμοποιούνται παγκοσμίως από τις υπόλοιπες Δυνάμεις το εμπόριο και οι λιμένες, ελεύθερη δίοδο από τη Μαύρη Θάλασσα στη Λευκή Θάλασσα[1] και αντίστοιχα από τη Λευκή Θάλασσα στη Μαύρη Θάλασσα, καθώς και την δυνατότητα να εισέρχονται σε όλα τα λιμάνια της, είτε αυτά βρίσκονται στις ακτές της θάλασσας είτε στα περάσματα και τα κανάλια. Κατ’ επέκταση η Υψηλή Πύλη επιτρέπει στους υπήκοους της ρωσσικής αυτοκρατορίας να ασκούν ελεύθερα εμπορική δραστηριότητα στα εδάφη της, τόσο στην ξηρά όσο και στην θάλασσα και μέσα στον Δούναβη με τα πλοία τους, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο, με τα ίδια ακριβώς προνόμια και παροχές που απολαμβάνουν στο έδαφός της τα πιο φιλικά έθνη, των οποίων η Υψηλή Πύλη προστετεύει το εμπόριο, όπως το γαλλικό και το αγγλικό.

Παρέχοντας κατά τα ανωτέρω την ελευθερία του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας σε όλα τα ύδατα δίχως καμμία απολύτως εξαίρεση, οι δύο αυτοκρατορίες επιτρέπουν παράλληλα στους εμπόρους να διαμένουν στο έδαφός τους για όσο χρόνο απαιτούν οι εμπορικές υποθέσεις τους, και δεσμεύονται να τους παρέχεται η ίδια ασφάλεια και ελευθερία που απολαμβάνουν οι υπήκοοι των υπόλοιπων φιλικών στην Πύλη Αυλών. Και για να είναι συνολικά συνεπής, η Υψηλή Πύλη επιτρέπει επίσης την διαμονή των Ρώσσων Προξένων και Υποπροξένων σε κάθε τόπο όπου η Αυλή της Ρωσσίας μπορεί να θεωρήσει σκόπιμο να εγκατασταθούν και δεσμεύεται να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιμετωπίζονται οι Πρόξενοι των υπολοίπων φιλικών δυνάμεων. Ομοίως, η Ρωσσία επιτρέπει στους υπηκόους της Υψηλής Πύλης να ασκούν εμπορική δραστηριότητα, θαλάσσια και χερσαία, με τα ίδια προνόμια και πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν τα σύμμαχα έθνη και με την πληρωμή των συνηθισμένων δασμών και τελών. Σε περίπτωση που συμβεί ατύχημα στα σκάφη, οι δύο αυτοκρατορίες δεσμεύονται αντίστοιχα να παρέχουν την βοήθεια που παρέχεται σε παρόμοιες περιπτώσεις σε άλλα φιλικά έθνη. Και όλα τα απαραίτητα πράγματα θα τους παρασχεθούν στις συνήθεις τιμές.

ΑΡΘΡΟ 12

Όταν η Αυτοκρατορική Αυλή της Ρωσσίας έχει την πρόθεση να συνάψει οποιαδήποτε εμπορική συμφωνία με περιοχές της Αφρικής, όπως η Τρίπολη, η Τύνιδα και το Αλγέρι, η Πύλη δεσμεύεται να επιστρατεύσει τις δυνάμεις και την επιρροή της προκειμένου να επιτύχουν οι στόχοι της ρωσσικής Αυλής, καθώς και να εγγυηθεί, όσον αφορά τις περιοχές αυτές, την ορθή εφαρμογή των όρων αυτών των Συνθηκών.

ΑΡΘΡΟ 13

H Υψηλή Πύλη δεσμεύεται να υιοθετήσει στην τούρκικη γλώσσα σε κάθε περίσταση δημόσιων δράσεων και κειμένων τον ιερό και σεβαστό τίτλο της Αυτοκράτειρας όλων των Ρώσων, με κάθε τιμή και επισημότητα, ως εξής: «Temamen Roussielerin Padischag.»

ΑΡΘΡΟ 14

Κατ΄ αντιστοιχίαν με τις λοιπές Δυνάμεις, δίνεται άδεια στην Αυλή της Ρωσσίας, πλέον του παρεκκλησίου που θα χτιστεί στην υπουργική κατοικία, να ανεγείρει σε μια από τις γειτονιές του Γαλατά, και πιο συγκεκριμένα στην οδό Μπέιογλου (Beyoglou), μια δημόσια εκκλησία του ορθόδοξου δόγματος[2] και τελετουργίας, η οποία θα ευρίσκεται πάντα υπό την προστασία των Υπουργών της Αυτοκρατορίας.

ΑΡΘΡΟ 15

Παρότι, σύμφωνα με τον τρόπο που τα σύνορα μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων Δυνάμεων έχουν οριστεί, υπάρχει κάθε λόγος για να τρέφεται η ελπίδα ότι δεν θα βρεθούν περαιτέρω λόγοι εφεξής για σοβαρές διαφορές και αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο, ωστόσο οι δύο Αυτοκρατορίες αμοιβαία συμφωνούν ότι όλες οι τέτοιου είδους υποθέσεις διαφωνίας θα πρέπει να αξιολογούνται από τους κυβερνήτες και τους διοικητές των μεθοριακών περιοχών, ή από ειδικά εντεταλμένους επιτρόπους, οι οποίοι θα δεσμεύονται, αφότου διενεργήσουν τις κατάλληλες έρευνες, να αποδίδουν δικαιοσύνη εκεί όπου προβλέπεται, χωρίς χρονοτριβή, με τον επείγοντα όρο ότι τέτοιας φύσης γεγονότα δεν θα πρέπει ποτέ να λειτουργήσουν ως πρόσχημα για την ελάχιστη επιδείνωση  της φιλίας και του αισθήματος καλής γειτονίας που επαναθεμελιώνεται με την παρούσα Συνθήκη.

ΑΡΘΡΟ 16

Η Αυτοκρατορία της Ρωσσίας επιστρέφει στην Υψυλή Πύλη ολόκληρη την Βεσσαραβία, με τις πόλεις Άκερμαν, Κίλια και Ισμαήλ μαζί με τα όμορα χωριά και οικισμούς και οτιδήποτε άλλο περιέχεται στην οικεία περιοχή. Κατ’ αντιστοιχίαν επιστρέφει και το οχυρό του Μπεντέρ. Παρομοίως, η Αυτοκρατορία της Ρωσσίας αποκαθιστά στην Υψηλή Πύλη τα δύο Πριγκιπάτα της Βλαχίας και της Μολδαβίας, μαζί με τα συν αυτά φρούρια, οχυρά, πόλεις, χωριά και οικισμούς και οτιδήποτε άλλο περιέχεται, η δε Υψηλή Πύλη τα παραλαμβάνει υπό τους ανωτέρω όρους, δεσμευόμενη να διατηρεί ευμενώς και με ευλάβεια τα κάτωθι και ειδικότερα:

  1. Να αποδώσει, με σεβασμό προς όλους τους κατοίκους των ανωτέρω Πριγκιπάτων, ανεξαρτήτως θέσης, αξιώματος και καταγωγής και χωρίς την ελάχιστη εξαίρεση, απόλυτη αμνηστία και αιώνια χάρη κατά πως ορίζεται στο άρθρο 1 της παρούσας, σε όσους έχουν διαπράξει ή είχαν την πρόθεση να διαπράξουν οποιοδήποτε αδίκημα σε βάρος της Υψηλής Πύλης και να τους αποκαταστήσει στην πρότερη κατάσταση που βρίσκονταν αναφορικά με την θέση, το αξίωμα και τα προνόμια, καθώς επίσης να τους αποκαταστήσει την περιουσία και τα οφέλη που απολάμβαναν πριν από τον παρόντα πόλεμο.
  2. Να μην εμποδίζει με κανέναν τρόπο την ελεύθερη έκφραση και άσκηση της χριστιανικής θρησκείας και να μην θέτει κανένα εμπόδιο στην ανέγερση καινούργιων ναών και στην επισκευή των παλαιών, όπως έκανε μέχρι πρότινος.
  3. Να επιστρέψει στις Μονές και στους λοιπούς υπηκόους τις γαίες και τις περιουσίες που μέχρι πρότινος τους ανήκαν, οι οποίες τους αφαιρέθηκαν κατά παράβαση του νόμου και οι οποίες ευρίσκονται στην περίμετρο των πόλεων Βραϊλα, Χότζιμ, Μπεντέρ κ.λπ., της περιοχής εφεξής καλούμενης Ράι.
  4. Να αποδίδει στους κληρικούς τον δέοντα σεβασμό που απορρέει από το λειτούργημα που ασκούν.
  5. Να επιχορηγήσει τις οικογένειες που επιθυμούν να εγκαταλείψουν την χώρα τους και να εγκατασταθούν αλλού, βοηθώντας την ελεύθερη μετακίνησή τους με όλη την περιουσία τους και, προκειμένου αυτές οι οικογένειες να οργανώσουν κατάλληλα τα ζητήματα που τις αφορούν, να τους παραχωρήσει προθεσμία ενός έτους για την ολοκλήρωση της μετεγκατάστασής τους, υπολογίζοντας την προθεσμία από την ημέρα υπογραφής της παρούσας.
  6. Να μην απαιτήσει ούτε να αξιώσει καμία αποζημίωση για παλιούς λογαριασμούς, ανεξαρτήτως της φύσεως αυτών.
  7. Να μην απαιτήσει από τους ανθρώπους αυτούς καμία πληρωμή ή συνεισφορά για όλη την περίοδο που διήρκεσε ο πόλεμος και εξαιτίας των ζημιών που υπέστησαν, να τους απαλλάξει από οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής φόρων για διάστημα δύο ετών, της προθεσμίας αρχομένης από την ημέρα που η παρούσα Συνθήκη θα συνομολογηθεί.
  8. Μέχρι την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας η Πύλη δεσμεύεται να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους αυτούς με όλη την δυνατή ανθρωπιά και γενναιοδωρία σχετικά με τους χρηματικούς φόρους που πιθανά θα τους επιβάλλει και να τους συλλέξει μέσω αντιπροσώπων. Και κατόπιν πληρωμής των ανωτέρω φόρων, κανένας Πασάς, ούτε κυβερνήτης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να τους οχλήσει και να συλλέξει από αυτούς πληρωμές, φόρους ή οτιδήποτε άλλο, αντιθέτως οι ίδιοι θα απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια που απήλαυναν κατά την κυριαρχία του τελευταίου Σουλτάνου.
  9. Η Πύλη επιτρέπει στον κάθε ηγεμόνα από τα ανωτέρω αναφερόμενα Πριγκιπάτα να διορίζει έναν Υπουργό, ο οποίος θα προέρχεται από τους Χριστιανούς της Ελληνικής κοινότητας και ο οποίος θα επιλαμβάνεται των ζητημάτων που αφορούν τα Πριγκιπάτα. Ο εν λόγω Υπουργός θα τυγχάνει της ευγενούς μεταχείρισης της Πύλης και η τελευταία, σεβόμενη την ισχυρή θέληση των κατοίκων των Πριγκιπάτων, θα τους αναγνωρίζει ως ελεύθερα άτομα που απολαμβάνουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, δηλαδή ως προστρατευόμενους υπήκοους από οποιαδήποτε μορφή βίας και κακομεταχείρισης.
  10. Η Πύλη επιπροσθέτως επιτρέπει, σύμφωνα με τα όσα απαιτούν οι επικρατούσες περιστάσεις στα Πριγκιπάτα, στους Υπουργούς του Αυτοκρατορικής Αυλής της Ρωσσίας που κατοικοεδρεύουν στην Κωνσταντινούπολη, να υποβάλλουν διαβήματα. Και δεσμεύεται να τους ακροάται με όλη την απαιτούμενη προσοχή που προϋποτίθεται μεταξύ φίλων και σεβαστών δυνάμεων.

ΑΡΘΡΟ 17

Η ρωσσική αυτοκρατορία επιστρέφει στην Υψυλή Πύλη όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους[3] τα οποία βρίσκονται υπό την κυριαρχία της και η Υψηλή Πύλη από την μεριά της δεσμεύεται:

  1. Να τηρεί με ευλάβεια, σε σχέση με τους κατοίκους των νησιών αυτών, τις δεσμεύσεις που περιγράφονται στο αρ. 1 της παρούσας Συνθήκης περί γενικής αμνηστίας και αιώνιας λήθης όλων ανεξαρτήτως των αδικημάτων που διαπράχθηκαν ή υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν διαπραχθεί σε βάρος των συμφερόντων αυτής.
  2. Ότι η χριστιανική θρησκεία δεν θα υποστεί την παραμικρή καταπίεση και ότι κανένα εμπόδιο δεν θα τεθεί στην ανέγερση και την επισκευή των εκκλησιών τους. Και επίσης ότι οι υπηρετούντες υπουργοί δεν θα καταπιεστούν ούτε θα προσβληθούν.
  3. Ότι από τα ανωτέρω νησιά δεν θα απαιτηθεί η αναδρομική καταβολή των ετήσιων φόρων, ήτοι των φόρων στους οποίους υπόκειντο από τον χρόνο που περιήλθαν στην κυριαρχία της Αυτοκρατορίας της Ρωσσίας. Και ότι επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των μεγάλων ζημιών που υπέστησαν κατά την διάρκεια των πολέμων, θα απαλλαχτούν από την υποχρέωση καταβολής φόρων για δύο επιπλέον έτη, αρχής γενομένης από τον χρόνο επιστροφής τους στην δικαιοδοσία της Υψηλής Πύλης.
  4. Ότι θα επιτρέψει την ελεύθερη έξοδο με την ταυτόχρονη διασφάλιση της περιουσίας όλων των οικογενειών που επιθυμούν να εγκαταλείψουν την χώρα και να εγκατασταθούν αλλού. Και για να μπορέσουν οι οικογένειες αυτές να οργανώσουν τα ζητήματά τους με όλη την απαιτούμενη ευχέρεια, να τους παράσχει προθεσμία ενός έτους για την ελεύθερη μετεγκατάστασή τους, αρχής γενομένης από την μέρα υπογραφής της παρούσας.
  5. Στην περίπτωση που ο ρωσσικός στόλος κατά την αναχώρησή του από το Αρχιπέλαγος, η οποία πρέπει να λάβει χώρα εντός διαστήματος τριών μηνών από την υπογραφή της παρούσας, χρειαστεί οτιδήποτε, η Υψηλή Πύλη δεσμεύεται να του το παράσχει με ό,τι επιπλέον μπορεί να απαιτείται.

ΑΡΘΡΟ 18

Το κάστρο του Κιμπούρν, το οποίο βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Δνείπερου, με την ανάλογα συμμετρική περιοχή που βρίσκεται κατά μήκος της αριστερής όχθης του ποταμού, και η γωνία που σχηματίζεται από την έρημο μεταξύ του ποταμού Μπουγ (Bug) και του ποταμού Δνείπερου παραμένει κάτω από την πλήρη, διαρκή και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του Αυτοκράτορα της Ρωσσίας.

ΑΡΘΡΟ 19

Τα φρούρια του Τζενίκαλε και του Κερτς, τα οποία βρίσκονται στην χερσόνησο της Κριμαίας, με τα λιμάνια τους και ό,τι περιλαμβάνεται σε αυτά καθώς και με τις περιφερειακές εκτάσεις τους, και η περιοχή που σχηματίζεται στον χάρτη εκκινώντας από την Μαύρη Θάλασσα και ακολουθώντας τα αρχαία σύνορα του Κερτς μέχρι τον τόπο που ονομάζεται Μπουγάκ (Bugak), και από το Μπουγάκ ευθεία μέχρι την θάλασσα του Αζόφ, παραμένει κάτω από την πλήρη, διαρκή και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του Αυτοκράτορα της Ρωσσίας.

ΑΡΘΡΟ 20

Η πόλη του Αζόφ με τα περίχωρά της και τα σύνορα που συμφωνήθηκαν με τις Συνθήκες που υπογράφηκαν το 1770 (1113) μεταξύ του κυβερνήτη Tolstoi και του Hassan Πασά, κυβερνήτη του Atschug, ανήκουν επ’ αόριστον στην Ρωσσική Αυτοκρατορία.

ΑΡΘΡΟ 21

Οι δύο πεδιάδες Cabardes, δηλαδή η Μεγάλη και η Μικρή, λόγω της εγγύτητάς με τους Τάταρους, συνδέονται περισσότερο με το Χανάτο της Κριμαίας. Για τον λόγο αυτό πρέπει να παραμείνουν στο Χανάτο της Κριμαίας, και σε συνεννόηση με το Συμβούλιό του και τους αρχαίους ταταρικούς λαούς, να υπαχθούν αυτά τα εδάφη στην Αυτοκρατορική Αυλή της Ρωσσίας.

ΑΡΘΡΟ 22

Οι δύο αυτοκρατορίες συμφωνούν να διαγράψουν και να αφήσουν σε μια αιώνια λήθη όλες τις μεταξύ τους Συνθήκες και Συμβάσεις που συνομολογήθηκαν μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης του Βελιγραδίου και των προσθέτων συμφώνων που την ακολούθησαν. Και να μην προβάλλουν ξανά εκατέρωθεν ισχυρισμό ή αιτίαση βασιζόμενη στις εν λόγω Συνθήκες, με την ρητή εξαίρεση της Συνθήκης του 1700 μεταξύ του Κυβερνήτη Tolstoi και του Hassan Πασά, κυβερνήτη του Atschug, η οποία ορίζει το ζήτημα των συνόρων της επαρχίας του Αζόφ και της οριοθέτησής του από το Κουμπάν, η κατάσταση του οποίου παραμένει αμετάβλητη ως έχει μέχρι και σήμερα.

ΑΡΘΡΟ 23

Τα οχυρά που βρίσκονται σε εδάφη της Γεωργίας και της Μιγκρελίας (Mingrelia), όπως αυτά των Μπαγκντατζίκ (Bagdacick), Κουτατίς (Kutatis), και Σεερμπάν Scheherban, και τα οποία κατακτήθηκαν από τα ρωσσικά όπλα, θα πρέπει να θεωρούνται από την Ρωσσία ότι ανήκουν σε αυτούς από τους οποίους εξαρτώνταν πριν από την κατάκτησή τους. Έτσι ώστε αν στο παρελθόν ή για μια μακρά χρονική περίοδο έχουν διατελέσει υπό την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης, θεωρείται ότι ανήκουν σε Αυτήν. Μετά την υπογραφή της παρούσας Συνθήκης τα ρωσσικά στρατεύματα θα παραιτηθούν από την διεκδίκηση των περιοχών της Γεωργίας και της Μιγκρελίας. Από την μεριά της η Υψηλή Πύλη δεσμεύεται, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου, να παραχωρήσει γενική αμνηστία σε όλους τους κατοίκους των ανωτέρω επαρχιών οι οποίοι κατά την διάρκεια του παρόντος πολέμου έχουν διαπράξει με οποιοδήποτε τρόπο αδίκημα σε βάρος της.

ΑΡΘΡΟ 24

Αμέσως μετά την υπογραφή και την επικύρωση των άρθρων της παρούσας, όλα τα ρωσσικά στρατεύματα που βρίσκονται στην Βουλγαρία επί της δεξιάς όχθης του Δούναβη δεσμεύονται να αποσυρθούν και, εντός ενός μηνός από την ημέρα της υπογραφής της παρούσας, να διασχίσουν το ποτάμι και να περάσουν στην απέναντι όχθη. Όταν όλα πια τα ρωσσικά στρατεύματα θα έχουν περάσει τον Δούναβη, το κάστρο του Χίρσοβ (Hirsow) θα πρέπει να παραδοθεί στους Τούρκους. Στην συνέχεια, η εκκένωση της Βλαχίας και της Βεσσαραβίας (από τα ρωσσικά στρατεύματα) θα πρέπει να διεξαχθεί ταυτόχρονα και μέσα σε προθεσμία δύο μηνών. Αφότου όλα τα ρωσσικά στρατεύματα θα έχουν εγκαταλείψει αυτές τις δύο επαρχίες, τα οχυρά του Γιούργκεβο (Jurgevo) και, κατόπιν, της Βραϊλας από την μία πλευρά του ποταμού, και από την άλλη η πόλη του Ισμαϊλ και τα φρούρια της Κίλια και του Άκερμαν, θα παραδοθούν στα τουρκικά στρατεύματα, ώστε μέσα σε συνολικό διάστημα τριών μηνών όλες οι ρωσσικές φρουρές, σε ακολουθία των στρατευμάτων, να έχουν αποχωρήσει από τις ανωτέρω δύο επαρχίες. Τέλος, τα αυτοκρατορικά στρατεύματα της Ρωσσίας, δύο μήνες αργότερα, θα αποχωρήσουν από την Μολδαβία και θα περάσουν στην αριστερή όχθη του Δνείπερου. Έτσι, η εκκένωση των ανωτέρω περιοχών θα πραγματοποιηθεί σε διάστημα συνολικά πέντε μηνών, αρχής γενομένης από την ημέρα υπογραφής της παρούσας Συνθήκης Διαρκούς Ειρήνης μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Όταν όλα τα ρωσσικά στρατεύματα θα έχουν περάσει στην αριστερή όχθη του Δνείστερου, τα φρούρια Χότζουμ (Chotzum) και Μπεντέρ (Bender) θα αποδοθούν στον τούρκικο στρατό, υπό την ρητή προϋπόθεση ότι στο κάστρο του Κίμπουρν (Kinburn) με την όμορη περιοχή και στην έρημο που βρίσκεται μεταξύ του ποταμού Δνείπερου και του ποταμού Μπουγ (Boug) θα έχει πλήρως αποκατασταθεί η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του αυτοκράτορα της Ρωσσίας, σύμφωνα με το άρθρο 18 της παρούσας.

Όσον αφορά τα νησιά του Αρχιπελάγους, θα παραμείνουν, ως μέχρι πρότινος, υπό την νόμιμη κυριαρχία της Υψηλής Πύλης, αμέσως μετά την αποχώρηση του στόλου και του Αυτοκρατορικού στρατού της Ρωσσίας, η οποία θα γίνει το συντομότερο δυνατό που θα επιτρέψουν οι περιστάσεις και οι ιδιαιτερότητες του στόλου σε σχέση με τον ακριβή χρόνο αποχώρησης, ο οποίος όμως δεν μπορεί να μνημονευθεί εδώ ρητά. Και η Υψηλή Πύλη προκειμένου να επιταχύνει κατά το δυνατόν την αποχώρηση του ρωσσικού στόλου, ήδη δεσμεύεται ως φιλική δύναμη να τον προμηθεύσει στο μέτρο του δυνατού με καθετί αναγκαίο μπορεί εκείνος να χρειαστεί. Κατά την διάρκεια της παραμονής των αυτοκρατορικών στρατευμάτων της Ρωσσίας στις επαρχίες που θα επιστραφούν στην κυριαρχία της Υψηλής Πύλης, η κυβέρνηση και η αστυνομία θα παραμείνουν εκεί με τις ίδιες δικαιοδοσίες ως έχουν από την κατάκτηση των εν λόγω επαρχιών μέχρι σήμερα, η δε Υψηλή Πύλη δεσμεύεται να εμπλακεί κατ’ ελάχιστον βαθμό μέχρι την πλήρη απόσυρση όλων των στρατευμάτων. Μέχρι την τελευταία μέρα εκκένωσης των εν λόγω επαρχιών, τα ρωσσικά στρατεύματα θα μπορούν να προμηθεύονται με όλα τα απαραίτητα για εκείνα μέσα όπως προμήθειες, τρόφιμα και εφόδια, καθ’ ον τρόπο συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Τα στρατεύματα της Υψηλής Πύλης δεν πρέπει να εισέλθουν στα φρούρια που θα αποδοθούν σ ‘αυτήν, ούτε η εξουσία τους θα αρχίσει να ασκείται στις χώρες που θα της δοθούν μέχρις ότου σε κάθε τόπο ή χώρα που θα έχει εκκενωθεί από τα ρωσσικά στρατεύματα, ο διοικητής των στρατευμάτων αυτών ειδοποιήσει τον αξιωματικό που διορίστηκε για το σκοπό αυτό από την οθωμανική πύλη. Οι κάτοικοι των περιοχών που αποκαταστάθηκαν στην Υψηλή Πύλη, ανεξαρτήτως κατάστασης και αξιώματος, βρίσκονται στην αυτοκρατορική υπηρεσία της Ρωσσίας και έχουν την ελευθερία, πέραν του επιτρεπόμενου ενός έτους, όπως ορίζεται στα άρθρα 16 και 17 της παρούσας Συνθήκης, να εγκαταλείψουν τη χώρα και να αποσυρθούν με τις οικογένειες και την περιουσία τους στα μετόπισθεν των ρωσσικών στρατευμάτων. Και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα, η Υψηλή Πύλη δεσμεύεται να μην εμποδίσει την αναχώρησή τους καθ ‘όλη την διάρκεια της ετήσιας προθεσμίας.

ΑΡΘΡΟ 25

Όλοι οι αιχμάλωτοι πολέμου και οι σκλάβοι των δύο αυτοκρατοριών, άνδρες και γυναίκες, ανεξαρτήτως θέσης, τιμών και αξιωμάτων, με την εξαίρεση όσων στην αυτοκρατορία της Ρωσσίας έχουν αποκηρύξει οικειοθελώς τον Μωαμεθανισμό προκειμένου να ενστερνιστούν την χριστιανική θρησκεία και όσων στην Οθωμανική αυτοκρατορία έχουν εγκαταλείψει οικειοθελώς τον Χριστιανισμό για να προσχωρήσουν στην πίστη του Μωάμεθ, αμέσως μετά την υπογραφή και επικύρωση των όρων της παρούσας και χωρίς καμία απολύτως δικαιολογία θα πρέπει να απελευθερωθούν και να αποκατασταθούν χωρίς καμία απαίτηση για λύτρα ή χρήματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όλοι οι Χριστιανοί που έχουν συλληφθεί ή έχουν γίνει δούλοι όπως οι Πολωνοί, οι Μολδαβοί, οι Βλάχοι, οι Πελοποννήσιοι, οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου και οι Γεωργιανοί, όλοι ανεξαιρέτως θα πρέπει να απελευθερωθούν χωρίς λύτρα ή χρήματα. Κατ’ αντιστοιχίαν όλοι οι Ρώσσοι που έχουν πέσει θύματα σκλαβιάς μέχρι την ολοκλήρωση αυτής της ιλαράς συνθήκης, θα πρέπει να απελευθερωθούν και να αποκατασταθεί η ελευθερία τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

ΑΡΘΡΟ 26

Αφού έλαβε στην Κριμαία και στην Οτσακόβ (Oczakow) πληροφορίες σχετικά με την υπογραφή των άρθρων αυτών, ο διοικητής του ρωσσικού στρατού στην Κριμαία και ο κυβερνήτης της Οτσακόβ πρέπει να επικοινωνήσουν αμέσως μεταξύ τους και εντός δύο μηνών από την υπογραφή της συνθήκης να ολοκληρωθεί η εκκένωση του κάστρου του Κίμπουρν (Kinburn), όπως ορίζεται ανωτέρω στο άρθρο 28.

ΑΡΘΡΟ 27

Αλλά προκειμένου να είναι η σημερινή ειρήνη και φιλία μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών τόσο ισχυρή, αυθεντική και διαπιστευμένη, θα πρέπει να αποσταλούν και στις δύο πλευρές επίσημες και έκτακτες αντιπροσωπείες με τις υπογεγραμμένες αυτοκρατορικές επικυρώσεις της Συνθήκης και σε χρόνο που θα συμφωνηθεί από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη. Οι αντιπρόσωποι αυτοί θα βρεθούν στα σύνορα και θα λάβουν τις αντίστοιχες τιμές που λαμβάνουν οι Πρέσβεις των πιο αξιοσέβαστων Δυνάμεων. Και ως απτή απόδειξη της φιλίας, θα πρέπει να σταλούν αμοιβαία μέσω των εν λόγω αντιπροσώπων δώρα τα οποία θα είναι αντίστοιχα του Αυτοκρατορικού Μεγαλείου των δύο Δυνάμεων.

ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΑΡΘΡΑ

ΑΡΘΡΟ 1

Μολονότι αναφέρεται στο άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ειρήνη που υπογράφηκε σήμερα, ότι σε τρεις μήνες ο αυτοκρατορικός ρωσσικός στόλος θα εκκενώσει τα νησιά του αρχιπελάγους, στο άρθρο 24 της ίδιας συνθήκης εξηγείται ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η χρονική διάρκεια που μπορεί να χρειαστεί. Συμφωνείται η εμμονή στο τελευταίο άρθρο. Συνεπώς, επαναλαμβάνουμε ότι ο εν λόγω αυτοκρατορικός ρωσσικός στόλος θα εκκενώσει το αρχιπέλαγος το συντομότερο δυνατόν, χωρίς να θέσει χρονικό όριο και η Πύλη θα παράσχει (στον αυτοκρατορικό ρωσσικό στόλο) οτιδήποτε χρειάζεται για τον απόπλου του, στο μέτρο που αυτό εξαρτάται από εκείνη.

ΑΡΘΡΟ 2

Αυτό το αυτοτελές άρθρο ρυθμίζει και ορίζει ότι η Υψηλή Πύλη θα αποζημιώσει την Ρωσσική Αυτοκρατορία για την αποκατάσταση των πολεμικών ζημιών σε τρεις περιόδους, καταβάλλοντας το ποσό των 15.000 χρυσών ή 7,5 εκατομμυρίων πιάστρων, το οποίο σε ρωσσικό νόμισμα ισούται με 4,5 εκατομμύρια ρούβλια. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί στις 1/12 Ιανουαρίου 1775, η δεύτερη στις 1/12 Ιανουαρίου 1776 και η Τρίτη δόση στις 1/12 Ιανουαρίου 1777. Κάθε δόση 5.000 χρυσών θα γίνει από την Υψηλή Πύλη στον Ρώσσο υπουργό που είναι διαπιστευμένος για τον σκοπό αυτό. Αν η Αυτοκρατορική Αυλή της Ρωσσίας επιθυμεί κάποια άλλη διασφάλιση πέραν αυτού, η Οθωμανική Πύλη υποχρεώνεται επίσημα να ικανοποιήσει τη Ρωσσία με αυτό τον συμψηφισμό. Αυτό το ξεχωριστό άρθρο θα επικυρωθεί μαζί με ολόκληρη τη συνθήκη που υπογράφηκε σήμερα και θα αποδοθεί η ίδια ισχύς και εγκυρότητα σαν να είχε εγγραφεί στο γράμμα της Συνθήκης που συνήφθη σήμερα μεταξύ των δύο Αυτοκρατοριών.

Στην πίστη της οποίας την υπογράψαμε με το χέρι μας και σφραγίσαμε με τις σφραγίδες μας.

(Ακολουθούν υπογραφές)


[1] Σημείωση του Επιμελητή (ΣτΕ): Εννοείται το Αιγαίο Πέλαγος.

[2] (ΣτΕ) Η φράση «του ορθόδοξου δόγματος» εμφανίζεται ως «Greek ritual» στο αγγλικό κείμενο. Παρόλα αυτά, στο ρωσσικό πρωτότυπο εμφανίζεται ως «rusograf» ενώ στο οθωμανικό πρωτότυπο ως «dosograf». Πρόκειται προφανώς για κακή μεταγραφή της λέξης «rusogrek» στην οθωμανική γλώσσα, τεχνικό σφάλμα το οποίο επέζησε στις κατοπινές μεταφράσεις και δεν έπαυσε να εγείρει ζητήματα σχετικά με το περιοεχόμενο της συγκεκριμένης διάταξης. Εντούτοις, η λέξη «rusogrek» ως προσδιοριστική της εκκλησίας, δηλαδή «ρωσσοελληνική εκκλησία», είναι δηλωτική των πραγμάτων που σήμαινε η λέξη «Έλληνας» και «ελληνικό» τον 18ο αι. στην οθωμανική αυτοκρατορία, δηλαδή ένα κατεξοχήν θρησκευτικό προσδιορισμό δίχως ίχνος εθνικού περιεχομένου. Για περισσότερα βλ. Roderic H. Davison, The “dosografa” Church in the Treaty of Kuchuk Kainardji Reconsidered, Slavic Review vol. 35, Setember 1976, pp.463-483.

[3] (ΣτΕ) Εννούνται τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους.       

Τι είναι και που στοχεύει το πρότζεκτ*21

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Zero Years, τευχ. 12, Νοέμβρης 2019

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

Δύο χρόνια πριν την δισεκατονταετηρίδα από το 1821 και ήδη μας έχουν ζώσει τα φίδια: σύσσωμος ο εθνικός κορμός ετοιμάζεται να γιορτάσει την 200η επέτειο της «Παλιγγενεσίας» του. Και μπορεί κάποιοι/ες από εσάς να μην το είχατε στο νου σας, όμως οι σμιλευτές της εθνικής ενότητας το είχαν ήδη γυρίσει το έργο. Με το πρώτο νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ τον Ιούλιο του 2019 συστάθηκε η «Επιτροπή Ελλάδα 2021», η οποία έχει ως σκοπό την «μελέτη και υποβολή προτάσεων για την ανάδειξη των αξιών του ελληνικού Έθνους, του πολιτισμού και της ιστορίας, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από την σύσταση του ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα» αλλά και την «ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και ιδιατεροτήτων της Ελλάδας»[1], που μάλλον δεν εννοούν τον ήλιο και την φέτα. Στο μεσοδιάστημα από τότε μέχρι σήμερα, διορίστηκε πρόεδρος της «Επιτροπής» η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη, πράξη δηλωτική του πως αντιλαμβάνονται εξαρχής τον χαρακτήρα της «επετείου»: σαν ένα μικρό «Αθήνα 2004»! Εν τω μεταξύ, λίγο πριν εκδοθεί το παρόν περιοδικό, η «Επιτροπή» ξεκίνησε επίσημα τις εργασίες της και ανακοινώθηκαν τα μέλη που την απαρτίζουν. Εδώ θα πρέπει να σταθούμε για λίγο.

Με εξαίρεση τους Mark Mazower, Richard Clogg, Ελπίδα Βόγλη, Πασχάλη Κιτρομιλήδη και Μαρία Ευθυμίου, δημοκρατικούς ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί επισταμένως με το θέμα, τα υπόλοιπα 27 μέλη της Επιτροπής έχουν τόσο σχέση με το 1821 και τον 19ο αι. όση και η Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη με το Περιστέρι (την γειτονιά). Αν προσπεράσουμε τον πρόεδρο του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Καραμανλής», Ευάνθη Χατζηβασιλείου, και τον επίσημο εισηγητή και εκπρόσωπο των ιστορικών απόψεων για την αποκατάσταση της μνήμης των Ταγμάτων Ασφαλείας, Στάθη Καλύβα, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στα τρία περισσότερο αγαπημένα μας μέλη της Επιτροπής: τον Μητροπολίτη Δημητριάδος, Ιγνάτιο, την Μαρία Θέμελη και τον Nicholas Negreponte (sic). Ο πρώτος εκπροσωπεί την Εκκλησία της Ελλάδος, οπότε στις εθνικές επετείους είναι κάτι σαν τον μπακαλιάρο σκορδαλιά την 25η Μαρτίου: γνωρίζουν όλοι εξαρχής ότι θα υπάρχει κάπου στο τραπέζι. Η δεύτερη είναι ερευνήτρια γιατρός και έχει επιδοθεί σε μια «μέθοδο για την παραγωγή λεμφοκυττάρων για την καταπολέμηση του καρκίνου, χρησιμοποιώντας ως πηγή πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα»[2] ενώ ο τρίτος «είναι γιος εφοπλιστή. Παρακολούθησε μαθήματα σε διάφορα σχολεία σε ΗΠΑ και Ελβετία και τελείωσε το σχολείο το 1961»[3]. Μα δεν είναι υπέροχη αυτή η εποχή;

Αυτά προς το παρόν για την «Επιτροπή» αν και είμαστε βέβαιοι ότι θα μας απασχολήσει περισσότερο στο μέλλον. Κοιτώντας, τώρα στους πάγκους των βιβλιοπωλείων φαίνεται ήδη ότι ο «κόσμος της διανόησης» προετοιμάζεται αντίστοιχα για το πανηγύρι. Για παράδειγμα μέσα στον τελευταίο χρόνο έχουν εκδοθεί 23 βιβλία για το θέμα. Μόνο ο Θάνος Βερέμης, ένας τυπικός απόστολος του εθνικιστικού λόγου στην ελληνική ακαδημία, έχει δημοσίευσει δύο. Κι αν εμπιστευτούμε όσα ακούνε τα αυτιά μας, η εκδοτική δραστηριότητα θα επιταθεί δραματικά όσο πλησιάζουμε στην επίμαχη χρονολογία. Είναι, επίσης, βέβαιο ότι όσο πλησιάζουμε στον Μάρτη του 2021 οι γιορτές, οι εκδηλώσεις και οι τελετές θα πυκνώσουν ομοίως. Ήδη διάφοροι φορείς και ιδρύματα μεγάλου βεληνεκούς όπως η Εκκλησία της Ελλάδος, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Μουσείο Μπενάκη κ.ά. έχουν εξαγγείλει συνέδρια και πανηγυρικές τελετές. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι πριν λίγους μήνες έφεραν την ταριχευμένη καρδιά του Αλέξανδρου Υψηλάντη για λαϊκό προσκήνυμα στο Μεσολόγγι[4], μέχρι το ’21 μπορούμε κάλλιστα να περιμένουμε την νεκρανάσταση κανενός οπλαρχηγού. Κοντολογίς, θα πήξουμε στην εθνική άποψη συνοδεία τσαρουχιού και φουστανέλας.

Από την άλλη, αν κάτι είναι σίγουρα νεκρό, και θα το δούμε να ζωντανεύει γεμάτοι τρόμο όλη αυτήν την περίοδο, είναι οι αφηγήσεις των εθνικών διανοούμενων, οργανικών και μη, για την ελληνική επανάσταση, τις αιτίες και τον χαρακτήρα της. Μέσα στον ορυμαγδό συγγραμάτων, απόψεων και τελετών, το αρχαίο πνεύμα αθάνατο, οι μαρμαρωμένοι βασιλιάδες και ο αδούλωτος ελληνικός λαός θα έχουν οπωσδήποτε την τιμητική τους. Σίγουρα θα δούμε αντιπαραθέσεις – ήδη βλέπουμε, πάντα τις είχαμε. Και δεν αποκλείουμε να ακουστούν και σοβαρές απόψεις, κριτικές στις εθνικιστικές και ελληνοκεντρικές προσεγγίσεις. Με την προϋπόθεση όμως ότι όλες διεκδικούνε το πρωταρχικό μερίδιο στην ένταξή τους σε μια – έτσι κι αλλιώς – διάτρητη εθνική αφήγηση.

ΜΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ

Στο ευρύ πλάνο, η 2οοη επέτειος της «εθνεγερσίας» θα βρει το ελληνικό κράτος σε μια περίοδο με «ανοιχτά» εθνικά ζητήματα και με έντονη «εξωστρεφή» δραστηριότητα. Ισχυροποίηση της παρουσίας του στα Βαλκάνια, προσπάθεια αποκλεισμού της Τουρκίας στο Αιγαίο,  αναβαθμισμένη πολεμική γεωπολιτική στην φλεγόμενη ανατολική Μεσόγειο. Βέβαια, κοιτώντας λίγο προσεκτικότερα θα δυσκολευτούμε να βρούμε κάποια μακρά περίοδο στην οποία το ελληνικό κράτος δεν παρουσιάζει αυτά τα γενικά ιστορικά χαρακτηριστικά. Με δεδομένο ότι η διεθνής κατάσταση θα παραμείνει ως έχει σήμερα, το 2021 εμφανίζεται από τους οργανικούς διανοούμενους του εθνικού κορμού ως μία καλή ευκαιρία για μια «ψύχραιμη προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας»[5]. Αλήθεια, όμως, τι μπορεί να σημαίνει αυτό;

Αξίζει να γνωρίζουμε επιπλέον το εξής: η εκατονταετηρίδα της ελληνικής επανάστασης, δηλαδή το 1921, βρήκε τον ελληνικό κοινωνικό και κρατικό σχηματισμό στα σχοινιά. Ο ελληνικός στρατός προήλαυνε στην τουρκική ενδοχώρα. Κι ενόσω τα νέα από τους πρώτους νεκρούς είχαν αρχίσει να φτάνουν, η κοινωνία ήταν διχασμένη και δύο αντιθετικά κρατικά σχέδια διαγωνίζονταν για την επικράτησή τους πάνω στο νεόκοπο προλεταριάτο της Αθήνας και των επαρχιακών βιομηχανουπόλεων. Οι τοτινοί εορτασμοί αρκέστηκαν στην τυπική κατάθεση ενός στεφάνου από τον βασιλιά Κωνσταντίνο στο Πεδίον του Άρεως και οι πανυγηρικές τελετές αναβλήθηκαν στα μεθεόρτια και συγκεκριμένα στο 1930, όταν υπό την εποπτεία της βενιζελικής μεταρρυθμιστικής διακυβέρνησης, ο Κωστής Παλαμάς εκφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών τον περίφημο «Πανυγηρικό λόγο για την εκατονταετηρίδα από την εθνική παλιγεννεσία». Μισόν αιώνα αργότερα, το 1971, σε μιαν άλλη συμβολική ημερομηνία, το βάρος της Χούντας πλάκωσε εξίσου οποιαδήποτε απόπειρα συμπεριληπτικών εθνικών αφηγήσεων, παρότι υπήρχε ήδη μια τέτοια δυναμική στους κόλπους της αριστερής ιστοριογραφίας. Το χουντικό καθεστώς αρκέστηκε στην ανάρτηση μέσα σε κάθε σχολική αίθουσα της ελληνικής επικράτειας «ειδικής υαλόφρακτης κορνίζας με αποφθέγματα και ρήσεις των αγωνιστών του 1821»[6]. Και όπως θυμόμαστε, πολλές εξ αυτών έχουν παραμείνει στο ίδιο σημείο μέχρι και σήμερα. Μολονότι το κρατικό καθήκον της εθνικής εμψύχωσης μιας κοινωνίας σε πολιτική απαγόρευση μπορεί να επιτεύχθηκε, μια εμβληματική τάση της ελληνόφωνης ακαδημίας που είχε καταφύγει στα γαλλικά πανεπιστήμια είχε εξοριστεί στην σιωπή. Να σκεφτεί κανείς ότι η «Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας» του Νίκου Σβορώνου, έργο-σταθμός στην σύγχρονη ιστοριογραφία, εκδόθηκε στα γαλλικά το 1968 και στα ελληνικά μόλις το 1981 από το «Θεμέλιο».

Η μικρασιατική εκστρατεία, από την άλλη, ξεκίνησε έναν ολόκληρο αιώνα μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, όμως με έναν αδιόρατο τρόπο συνδέεται μαζί της. Αποτέλεσε το αποκορύφωμα μιας επεκτατικής στρατηγικής πορείας του ελληνικού κράτους, που ξεκίνησε σχεδον μαζί με το τελευταίο. Κυρίαρχο ιδεολογικό αφήγημα και ταυτόχρονα επίσημη εθνική πολιτική όλη αυτήν την περίοδο ήταν η Μεγάλη Ιδέα, η κατάκτηση δηλαδή εδαφών γειτονικών κρατών (πρωτίστως εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) στα οποία κατοικεί «ομοεθνής πληθυσμός» με ανομολόγητο στόχο την εγκαθίδρυση μιας ενιαίας και ομοιογενούς γλωσσικά και θρησκευτικά επικράτειας εντός της οποίας θα μπορούσε να εδαφικοποιηθεί ένα μοντέρνο σχέδιο για τον ελληνικό καπιταλισμό. Εμβληματική φυσιογνωμία αυτής της αφήγησης ήταν οπωσδήποτε ο «πατέρας της ελληνικής ιστοριογραφίας», Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, που πρώτος εισήγαγε την αντίληψη περί τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους, φυσικοποιώντας και αντικειμενοποιώντας μ’αυτόν τον τρόπο την ελληνική κρατική πολιτική. Μπορεί το 1922 τα μεγαλοϊδεατικά σχέδια να ηττώνται και το παπαρρηγοπούλειο αφήγημα να δέχεται σκληρή κριτική, παρόλα αυτά ο επεκτατικός προσανατολισμός αναπαράγεται σταθερά μέχρι και το 1974, έστω και μετ’ εμποδίων.

Εν τω μεταξύ η δημόσια συζήτηση περί του χαρακτήρα της ελληνικής επανάστασης συνεχίζεται απρόσκοπτα και, για ιδιαίτερους λόγους που αφορούν την κομμουνιστική στρατηγική, φουντώνει μέσα στους κόλπους των τότε μαρξιστών και κομμουνιστών. Αυτή η μακρά και πλούσια συζήτηση, λοιπόν, δεν θα ήταν όπως είναι σήμερα αν μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι., κάποιοι οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης και του ΚΚΕ όπως ο Σκληρός, ο Κορδάτος, ο Ζεβγός, ο Μάξιμος κ.ά. δεν διεμβόλιζαν την κρατούσα παπαρηγοπούλεια αφήγηση, διαμορφώνοντας εν πολλοίς το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα εγγράφονταν μερικές δεκαετίες αργότερα κάποιες άλλες κομβικές θέσεις περί της ελληνικής επανάστασης, όπως αυτές που εξέφρασαν οι Σβορώνος και Τσουκαλάς, και οι οποίες νοηματοδότησαν άπαξ και δια παντός την σχετική συζήτηση στην Μεταπολίτευση.

ΕΜΕΙΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ «ΘΗΡΙΟ»

Όπως μπορεί κανείς να διακρίνει εύκολα, το τοπίο είναι ήδη ομιχλώδες, το δε πραγματολογικό υλικό χαώδες και οι ιστορικές συζητήσεις λαβυρινθώδεις, ώστε οποιαδήποτε απόπειρα συγκρότησης άποψης και εκφοράς λόγου πρέπει να αναμετρηθεί με το «θηρίο». Τέτοιες, όμως, είναι και οι απαιτήσεις για να φτιαχτεί ένας σύγχρονος χώρος αντεθνικής συζήτησης όπου θα καταθέτονται τεκμηριωμένες ιστορικο-πολιτικές απόψεις κι όχι τουφεκιές στον αέρα. Όχι ότι έχουμε κάτι με τις τουφεκιές, είναι άλλωστε και στο κλίμα της επετείου, αλλά αξίζει να γνωρίζουμε ότι ο ιδεολογικός μηχανισμός που δουλεύει απέναντί μας είναι κι αυτός θηριώδης. Κι ενώ παρατηρούμε αυτή την μηχανή παραγωγής λόγου να γιγαντώνεται, η δική μας κριτική, μια κριτική που να εκκινεί από προλεταριακές και αντεθνικές θέσεις, φαίνεται ότι βρίσκει εύκολα τα όριά της. Μπορεί οι αφηγήσεις του ‘21 να βρωμάνε χοντροκομμένο ιδεαλισμό˙ από την άλλη, όταν φτάνουμε στο σημείο να επιχειρήσουμε να πούμε εμείς τι ήταν η ελληνική επανάσταση έχουμε πλήρη άγνοια για πολλές παραμέτρους της και καταλήγουμε σε έτοιμα σχήματα και κλισέ.

Αιτίες γι’ αυτό μπορούμε να βρούμε πολλές. Είναι, καταρχάς, που η λεπτολογία της τυπολογίας και της επιμέρους άποψης έχει αντικαταστήσει τις απόπειρες μεγάλων αφηγήσεων, ιδιαίτερα όσων εκφράστηκαν από τους «τιτάνες» της εντόπιας ιστοριογραφίας, η αναμέτρηση με τους οποίους φαντάζει «αδύνατη», χωρίς να είναι όμως πραγματικά. Είναι που στους χώρους μας παραδοσιακά απουσιάζουν οι πολιτικές δομές που θα αναμετρηθούν με συνέπεια απέναντι στην ιδεολογική κυριαρχία των αφεντικών – πάντα με σημαντικές εξαιρέσεις. Είναι και που, όταν κατά διαστήματα αυτό πάει να συμβεί, έχουμε συχνά μια αναπαραγωγή των αναλυτικών σχημάτων της αριστεράς, απλά με μια πιο «ριζοσπαστική» ορολογία και με μια μέριμνα να αποφύγουμε τζιζ λέξεις όπως «έθνος», «φιλέλληνες», «ελληνισμός» κ.ά. Το να καταπιαστούμε, λοιπόν, με ένα τέτοιο έργο είναι εξαρχής δύσκολο και απαιτητικό.

Πέρα από την αντικειμενική δυσκολία στην πρόσβαση σε πηγές ή αρχεία, όμως, πρέπει να βγάλουμε άκρη μέσα κι από όσα έλεγαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του ’21 ανάλογα πάντα με τις μεταξύ τους ανταγωνιστικές θέσεις, πρέπει να δούμε το διαμορφωμένο γεωπολιτικό περιβάλλον της περιόδου, να μάθουμε τι ήταν το Ανατολικό Ζήτημα, να δούμε ξανά τον ρόλο του ρωσικού παράγοντα στην διαμόρφωση του ελληνικού κράτους, πρέπει να δούμε την ελληνόκτητη ναυτιλία, τις ελληνικές παροικίες στην Μεσόγειο και την Μαύρη Θάλλασα, την Φιλική Εταιρεία και την ιστορία των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, να κοιτάξουμε τις βαλκανικές δομές εξουσίας, τα φατριαστικά και τα θρησκευτικά δίκτυα, πρέπει να κοιτάξουμε στις στεριανές εμπορικές πραγματικότητες, την φοροσυλλογή, τις εθνικές γαίες και τον τρόπο συγκρότησης του πρώτου εληνικού βασιλείου, να ξαναδιαβάσουμε τις μαρξιστικές προσεγγίσεις για τον «χαρακτήρα της επανάστασης» και κυρίως:

Πρέπει να ανταπεξέλθουμε σε 2 αιώνες ιδεολογικής και πολιτικής χρήσης του ’21 από ακαδημαϊκούς, κόμματα, φορείς, από τα χίλια πρόσωπα του εθνικού κορμού.

Μέσα σε αυτή την επικείμενη συνθήκη, λοιπόν, αν κάτι χρειαζόμαστε απαραίτητα δεν είναι μία ακόμα «άποψη». Τέτοιες υπάρχουν εκατοντάδες και, άλλωστε, στην μεταμοντέρνα αγορά της θεωρίας και της ιδεολογίας, ακόμα και οι αντιφατικές μεταξύ τους απόψεις μπορούν να συνδυαστούν αρμονικά. Ασχέτως αν συχνά παράγουν έναν χυλό που μπορεί να είναι εύπεπτος, όμως δεν είναι καθόλου θρεπτικός. Αν κάτι χρειαζόμαστε πραγματικά είναι μία μέθοδος που να μπορεί να μας εξοπλίσει με εργαλεία κατανόησης και κριτικής του 1821 και των προκείμενών του, ιδιαίτερα μέσα στον θόρυβο που ακούγεται στο βάθος. Κοντολογίς, χρειαζόμαστε το ταπεινό μα τίμιο εργαλείο της κινηματικής αυτομόρφωσης, της μοναδικής συλλογικής διαδικασίας που μπορεί να μας βοηθήσει να πατήσουμε σταθερότερα στην κινούμενη άμμο του επιστημονικού σχετικισμού και της εθνικιστικής ιδεολογίας. Σε αυτή την κατεύθυνση, εδώ και κάποιον καιρό μια μικρή ομάδα συντρόφων και συντροφισσών βρίσκεται, διαβάζει και συζητάει για το θέμα. Συστηματικά και οργανωμένα, με ενθουσιασμό και ερασιτεχνισμό. Σύντομα θα μάθετε περισσότερα νέα της.

Το πρότζεκτ21 είναι μια αυτόνομη ομάδα έρευνας, τεκμηρίωσης και αυτομόρφωσης σχετικά με ζητήματα που άπτονται της εξέγερσης των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1821. Διαβάζει, ερευνά και συζητάει, ερασιτεχνικά και μεθοδικά από τις αρχές του 2019, όταν άρχισε να γίνεται κάτι περισσότερο από αντιληπτό ότι  το 2021 θα είναι μια χρονιά που θα πήξουμε στην εθνική ιδεολογία, τα στερεότυπα και το φολκλόρ. Μπροστά στην επικείμενη καταιγίδα τσαρουχιών, λοιπόν, να προετοιμαστούμε κατάλληλα.

Για επικοινωνία: project21athens@gmail.com

Στο διαδίκτυο: project21athens.wordpress.com


[1] Ν.4622/2019 (ΦΕΚ Α’ 133/7-8-2019), άρθρα 114 επ.

[2] Βλ. αναλυτικά όλα τα βιογραφικά των μελών της «Επιτροπής» στο Τα βιογραφικά των μελών της επιτροπής «Ελλάδα 2021», εφημ. Καθημερινή (7-11-2019).

[3] Ό.π.

[4] Βλ. σχετ. Η καρδιά του Αλέξανδρου Υψηλάντη, του αρχηγού της Επανάστασης, «χτυπά» στο Μεσολόγγι, εφημ. Το Βήμα (13-4-2019).

[5] Έτσι η Μάρω Βασιλειάδου, Ανατέμνοντας το 1821, εφημ. Καθημερινή (24-3-2019).

[6] Έτσι στην κυβερνητική εγκύκλιο με αριθμό 2285/28-12-1970.

Create your website with WordPress.com
Ξεκινήστε